Αιγές (Βεργίνα)

Translate

Αιγές (Βεργίνα)

Στη νότια άκρη του μακεδονικού κάμπου, σκαρφαλωμένες στους πρόποδες των Πιερίων, βρίσκονται οι Αιγές, "ο τόπος με τα πολλά κοπάδια", η πρώτη πόλη των Μακεδόνων. Ένας χρησμός που λέγεται ότι δόθηκε στον Περδίκκα Α΄ αναφέρεται στην ίδρυση τους, συσχετίζοντας το όνομα της πόλης με τα κοπάδια των γιδιών: (Διόδ. 17.16.1.1) ''..όπου θα δεις χιονόλευκες γίδες με λαμπερά κέρατα να κοιμούνται, στα χώματα εκείνης της γης, θυσίασε στους τρισμακάριστους θεούς και χτίσε το άστυ μιας πόλης''. Tο πρώτο μακεδονικό αστικό κέντρο βρίσκεται στα νότια του Αλιάκμονα, στην καρδιά της περιοχής που ήταν για τον Ηρόδοτο η ''Μακεδονίς γη'', η κοιτίδα των Μακεδόνων. Το ποτάμι προστάτευε σαν φυσικό οχυρό την πόλη από τους κινδύνους του βορά και συγχρόνως εξασφάλιζε την άμεση επικοινωνία με τη θάλασσα που τότε βρισκόταν πολύ πιο κοντά, ενώ στο σημείο όπου βρισκόταν η πόλη, συναντιόταν ο κύριος οδικός άξονας που, διασχίζοντας τα Πιέρια, συνέδεε τη λεκάνη της Μακεδονίας με τη νότια Ελλάδα με τον δρόμο που, ξεκινώντας από τα λιμάνια της Πιερίας και παρακολουθώντας τις υπώρειες των βουνών, οδηγούσε στο βορά και στην ανατολή.

Η πρώτη εγκατάσταση έγινε στον κάμπο την τρίτη προχριστιανική χιλιετία. Στο τέλος της εποχής του χαλκού ο οικισμός, ακολουθώντας τη γενικότερη τάση που επέβαλαν οι νέες συνθήκες, μετακινήθηκε προς τις υπώρειες του βουνού. Όπως δείχνει το αχανές νεκροταφείο με τους εκατοντάδες τύμβους που απλώνεται σε έκταση πολλών εκατοντάδων στρεμμάτων εντυπωσιάζοντας τον επισκέπτη ακόμη και σήμερα, στην πρώιμη εποχή του σιδήρου, (11ος-7ος αι. π.Χ.) είχε ήδη αναπτυχθεί εδώ ένα εξαιρετικά σημαντικό, πλούσιο και πολυάνθρωπο κέντρο. Κομψά γεωμετρικά αγγεία τεκμηριώνουν τις επαφές με τον υπόλοιπο ελληνικό κόσμο, ενώ τα πλούσια, κυρίως χάλκινα κοσμήματα, προϊόντα της ιδιαίτερα ανεπτυγμένης τοπικής μεταλλοτεχνίας, που ξεχωρίζουν όχι μόνον για τον πλούτο, αλλά και για την ποιότητα τους υπογραμμίζουν τον κεντρικό ρόλο και τη σημασία του συγκεκριμένου χώρου από τα πρώιμα αυτά χρόνια. Οικισμοί και νεκροταφεία διάσπαρτα στον κάμπο και κυρίως στους λόφους επιβεβαιώνουν αυτήν την διαπίστωση και μαρτυρούν την πυκνή κατοίκηση και χρήση της περιοχής που θα συνεχιστεί και στους αμέσως επόμενους αιώνες.

Στα μέσα του 7ου αι. π.Χ. ο Περδίκκας Α΄, απόγονος του μυθικού βασιλιά του Άργους Τήμενου καταφέρνει να αναρριχηθεί στον μακεδονικό θρόνο. Με τους Τημενίδες στην εξουσία οι Μακεδόνες θα επεκτείνουν την κυριαρχία τους και θα γίνουν κύριοι της πλούσιας χώρας που θα πάρει από αυτούς το όνομά της. Οι Αιγές, η καθέδρα των βασιλέων, η πόλη που η μοίρα της συνδέεται άρρηκτα με την τύχη της δυναστείας, όντας το κέντρο ενός από τα πιο ισχυρά κράτη της περιοχής, γνωρίζουν τον 6ο και τον 5ο αι. π.Χ. περίοδο μεγάλης ακμής και πλούτου που ανιχνεύεται κυρίως μέσα από τα εντυπωσιακά ευρήματα της νεκρόπολης.

Την εποχή αυτή οι Αιγές είναι πραγματικά η πρώτη πόλη της Μακεδονίας, αφού εδώ χτυπά η καρδιά της εξουσίας, και η ζωή αγγίζει πρωτοφανή επίπεδα εκζήτησης και πολυτέλειας. Για τις ανάγκες του στρατού, για το ανάκτορο και τα νοικοκυριά των εκλεκτών, για τις κυρίες της αυλής οι ντόπιοι μεταλλουργοί και χρυσοχόοι παράγουν όπλα, πολύτιμα μετάλλινα σκεύη και κοσμήματα που συχνά είναι μικρά κομψοτεχνήματα, ενώ έμποροι και προϊόντα φτάνουν από όλες τις γωνίες του κόσμου. Στα χρόνια του Αρχέλαου (413-399 π.Χ.) η αυλή των Αιγών θα γίνει κέντρο παραγωγής πολιτισμού, αφού θα τη λαμπρύνουν με την παρουσία τους μερικοί από τους σημαντικότερους καλλιτέχνες και διανοητές της εποχής, ανάμεσά τους ο Ζεύξις, ο μέγιστος των ζωγράφων, οι ποιητές Χοιρίλος, Τιμόθεος και Αγάθων και ο ίδιος ο Ευριπίδης που θα γράψει και θα παρουσιάσει εδώ τις τελευταίες τραγωδίες του.

Το πρώτο μισό του 4ου αι. π.Χ. οι γενικότερες πολιτικοστρατιωτικές εξελίξεις θα οδηγήσουν στην μετατόπιση του διοικητικού κέντρου προς τη θάλασσα, στην Πέλλα. Ωστόσο οι Αιγές παραμένουν το πατροπαράδοτο κέντρο, όπου τελούνται οι κρίσιμες ιερές τελετές και γιορτάζονται οι μεγάλες γιορτές, ο τόπος όπου θάβονται οι βασιλιάδες. Στα χρόνια του Φίλιππου Β΄ (359-336 π.Χ.) η παλιά ιερή πρωτεύουσα γνωρίζει και πάλι μεγάλη ακμή που ανιχνεύεται παντού και συνοδεύεται από έντονη οικοδομική δραστηριότητα, η οποία συνεχίζεται και ολοκληρώνεται πριν από το τέλος του αιώνα. Το θέρος του 336 π.Χ. ο βασιλιάς αποφασίζει να γιορτάσει την παντοδυναμία του. Άοπλος, λευκοντυμένος, με το στεφάνι της γιορτής στο κεφάλι ακολουθεί την ιερή πομπή. Στο θέατρο των Αιγών θα συναντήσει τη μοίρα του. Χτυπημένος από το μαχαίρι του δολοφόνου ο Φίλιππος πέφτει νεκρός μπροστά στα μάτια των θεατών βάφοντας με το αίμα του το χώμα της ορχήστρας. Στον ίδιο τόπο ο Μεγαλέξανδρος ανακηρύσσεται βασιλιάς και ξεκινάει την πορεία που θα τον οδηγήσει στο θρύλο.

Στην εποχή των Διαδόχων το ενδιαφέρον μετατοπίζεται και η Πέλλα είναι πια το αδιαφιλονίκητο κέντρο. Μην έχοντας καίρια θέση στον γεωπολιτικό χάρτη του ελληνιστικού κόσμου, οι Αιγές περνούν στο περιθώριο. Μετά την ήττα του τελευταίου μακεδόνα βασιλιά Περσέα από τους Ρωμαίους, το 168 π.Χ. η παλιά βασιλική πόλη καταστρέφεται. Τα τείχη ισοπεδώνονται, το ανάκτορο, το θέατρο και άλλα δημόσια και ιδιωτικά κτήρια καίγονται και γκρεμίζονται. Η παλιά ιεραρχία καταλύεται όμως η ζωή συνεχίζεται. Σπίτια χτίζονται στα ερείπια του τείχους και των παλιών δημόσιων κτηρίων χρησιμοποιώντας συχνά σαν δομικό υλικό τα μέλη τους. Μερικά ιερά επισκευάζονται, όμως το παλάτι, κέντρο και σύμβολο της καταλυμένης πια εξουσίας των μακεδόνων βασιλέων, και το γειτονικό του θέατρο απομένουν ερείπια για πάντα. Οι Αιγές φυτοζωούν δίπλα στη Βέροια που είναι η ευνοούμενη της νέας εξουσίας.

Τον 1ο αι. μ.Χ. ύστερα από μια ξαφνική καταστροφή οι κάτοικοι μετακινούνται στον κάμπο στα βορειοανατολικά της νεκρόπολης σε έναν οικισμό που ως το τέλος της αρχαιότητας ήταν το διοικητικό κέντρο της περιοχής, όπως δείχνει η παλαιοχριστιανική βασιλική με βαπτιστήριο που χτίστηκε εδώ τον 5ο αι. μ.Χ.. Στο μεταξύ το όνομα των Αιγών έπαψε να υπάρχει. Το λίκνο των Τημενιδών παραδόθηκε στη λήθη των αιώνων και απόμεινε μόνον η ανάμνηση του παλατιού των Μακεδόνων βασιλιάδων να στοιχειώνει στο μεσαιωνικό όνομα ενός μικρού χωριού, τα ''Παλατίτζια'', που ζει ως τις μέρες μας και η Μεγάλη Τούμπα στην άκρη του κάμπου να φυλάγει στα σπλάχνα της το ακριβό μυστικό της.

Η πόλη των ιστορικών χρόνων που απλωνόταν στους λόφους δεν είναι ακόμη καλά γνωστή, αφού μόνον ένα μικρό ποσοστό της συνολικής έκτασης της έχει ανασκαφεί. Το κέντρο των Αιγών με το ανάκτορο και τα ιερά, το ''άστυ'' δηλαδή της πόλης που αναφέρει και ο χρησμός, καταλαμβάνει μια έκταση περίπου 800 στρεμμάτων και αναπτύσσεται σε επτά άνδηρα, στην πλαγιά, στα νότια του νεκροταφείου των τύμβων. Η διαφοροποίηση των αξόνων των οικοδομικών συγκροτημάτων που έχουν αποκαλυφθεί δείχνει ότι στις Αιγές, όπως και στην Αθήνα, αλλά και σε όλες τις παλιές πόλεις, δεν υπήρχε ορθολογικά οργανωμένο πολεοδομικό σύστημα με κανονικά οικοδομικά τετράγωνα και κάθετους οδικούς άξονες. 

Στο δυτικό τμήμα της πόλης, σε ψηλό, περίοπτο σημείο ήταν χτισμένο το ανάκτορο που, ορατό από παντού, δέσποζε απόλυτα στην εικόνα της. Δίπλα του, στην πλαγιά που κατηφορίζει μαλακά προς το βορά, βρίσκονταν το θέατρο και τα σημαντικότερα ιερά, μαζί με τα υπόλοιπα δημόσια κτίρια της πόλης. Το άστυ των Αιγών προστατευόταν από τείχος, ωστόσο ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού κατοικούσε έξω από το τειχισμένο κέντρο σε πολλούς μικρούς συνοικισμούς, που ξεκινούν δίπλα από τα τείχη και απλώνονται σε ολόκληρη την περιοχή, διάσπαρτοι στους χαμηλούς λόφους, αλλά και στον κάμπο, σημαδεύοντας με την παρουσία τους την πορεία των αρχαίων δρόμων. 

Ακολουθώντας το αρχαιότροπο μοντέλο οργάνωσης του χώρου που εκφράζει μια κοινωνία στηριγμένη στην αριστοκρατική δομή των γενών με σημείο αναφοράς και πόλο συνοχής τη βασιλική εξουσία, οι Αιγές αναδύονται από την αχλύ της προϊστορίας σαν μια πόλη ''κατά κώμας'', ένα 'ανοιχτό' πολεοδομικό μόρφωμα με μικρούς και μεγαλύτερους συνοικισμούς, διάσπαρτους γύρω από έναν κεντρικό πυρήνα, που εξελίσσεται οργανικά, χωρίς αυστηρά προκαθορισμένο σχέδιο και συγκροτείται στο χώρο με άξονα τη βασιλική παρουσία και εξουσία, τη σχέση με το θείο και την ανάγκη επιβολής και άμυνας, με άλλα λόγια, το ανάκτορο, τα ιερά και την οχυρή ακρόπολη. 

Στα πλαίσια ενός μεγάλου οικοδομικού προγράμματος που υλοποιείται στα τελευταία χρόνια της βασιλείας του Φιλίππου Β΄ χτίζεται το νέο μεγαλοπρεπές ανάκτορο των Αιγών, το θέατρο που βρίσκεται δίπλα του και διαμορφώνεται το γειτονικό ιερό της Εύκλειας με τα βασιλικά αναθήματα.Τα κτίσματα αυτά, για τα οποία χρησιμοποιήθηκε ο ακριβός πωρόλιθος, ακολουθούν αυστηρά τον ίδιο άξονα, ακόμα και αν αυτό συνεπάγεται σοβαρά κατασκευαστικά προβλήματα, όπως συμβαίνει στην περίπτωση του θεάτρου. Είναι προφανές ότι πίσω από τις κατασκευές αυτές υπάρχει ένας συγκεκριμένος σχεδιασμός που εμπνέεται από μια σαφή ιδεολογική τοποθέτηση: το κέντρο της πολιτικής και της θρησκευτικής εξουσίας που συγκεράζεται στο πρόσωπο του βασιλιά συνδυάζεται με το θέατρο, το κέντρο της τέχνης και του πολιτισμού. 

Συνεχίζοντας ό,τι ξεκίνησε ο πρόγονός του Αρχέλαος, ο Φίλιππος Β΄ γίνεται βασιλιάς Μαικήνας, ''πεφωτισμένος δεσπότης'' κατά το πλατωνικό πρότυπο, και εγκαινιάζει στις Αιγές μια παράδοση που θα σφραγίσει την εικόνα των βασιλικών πόλεων της ελληνιστικής εποχής, της Περγάμου, της Αντιόχειας, της Σελεύκειας και θα φτάσει στο αποκορύφωμά της στην Αλεξάνδρεια με την ίδρυση της θρυλικής Βιβλιοθήκης και του Μουσείου, του πρώτου Πανεπιστημίου που γνώρισε ο κόσμος. 

Στον κάμπο, στα βόρεια της πόλης, απλώνεται η αχανής νεκρόπολη των Αιγών, ο τόπος όπου θάβονταν οι βασιλιάδες των Μακεδόνων. Με κέντρο το νεκροταφείο των τύμβων της πρώιμης εποχής του σιδήρου (11ος-7ος αι. π.Χ.) η νεκρόπολη επεκτάθηκε προς τα νότια στα αρχαϊκά χρόνια (6ος-5ος αι. π.Χ., προς τα δυτικά στα κλασικά (5ος-4ος αι. π.Χ.) και προς τα ανατολικά στα ελληνιστικά (3ος-1ος αι. π.Χ.). 

Επίκεντρο της ανασκαφικής έρευνας η νεκρόπολη έχει δώσει πλούσια ευρήματα που τεκμηριώνουν όχι μόνον τις μεταθανάτιες πίστεις, αλλά αυτόν καθαυτό τον πολιτισμό των Μακεδόνων, του ακριτικού ελληνικού φύλου που μένοντας έξω από τις πολιτικοκοινωνικές εξελίξεις του νότου διατήρησε μέχρι τα ελληνιστικά χρόνια δομές, ήθη και παραδόσεις που ανακαλούν τον κόσμο του ομηρικού έπους. 

Ανάμεσα στα ανασκαμμένα τμήματα της νεκρόπολης ξεχωρίζουν οι τρεις βασιλικές ταφικές συστάδες, η συστάδα του Φιλίππου Β΄ στα δυτικά (Μουσείο βασιλικών τάφων των Αιγών), η συστάδα του Δημαρχείου στα νότια και η συστάδα των βασιλισσών με τον τάφο της Ευρυδίκης και τον ιωνικό τάφο, τον λεγόμενο ''τάφο του Ρωμαίου'' από το όνομα του ανασκαφέα δίπλα στην βορειοδυτική πύλη της πόλης. Αξιοσημείωτη είναι επίσης η ταφική συστάδα Heuzey-Μπέλλα στα ανατολικά, όπου αποκαλύφθηκαν τέσσερις μνημειακοί μακεδονικοί και τρεις κιβωτιόσχημοι τάφοι της ελληνιστικής εποχής.


Τα Μνημεία του Χώρου

1. Το Ανάκτορο 

Στα ριζά του λόφου της ακρόπολης, σε ένα υπερυψωμένο άνδηρο που δεσπόζει στο χώρο και σημαδεύεται από μια αιωνόβια βελανιδιά, σώζονται τα εντυπωσιακά ερείπια του ανακτόρου που σφραγίζουν με την επιβλητική παρουσία τους ακόμη και σήμερα την εικόνα των ερειπίων της πόλης. Το ανάκτορο των Αιγών που αποτελούσε βασικό πόλο του μεγάλου οικοδομικού προγράμματος του Φιλίππου Β΄ στην πόλη-λίκνο της δυναστείας, θα πρέπει να είχε ολοκληρωθεί πριν το 336 π.Χ., όταν ο βασιλιάς με πρόφαση τους γάμους της κόρης του με τον Αλέξανδρο της Ηπείρου γιόρτασε εδώ την παντοδυναμία του. Με έκταση περ. 9.250 τετρ. μ. στο ισόγειο, το κτήριο, μεγάλο τμήμα του οποίου ήταν διώροφο, είναι μεγαλύτερο από τα ελληνιστικά ανάκτορα της Δημητριάδος και του Περγάμου, ενώ σώζεται πολύ καλύτερα και η μορφή του είναι πολύ περισσότερο σαφής και ευανάγνωστη από ''τα βασίλεια'' της Πέλλας που γνώρισαν πολλές επεκτάσεις και τροποποιήσεις.

Ενταγμένο στην ίδια οικοδομική ενότητα με το θέατρο που βρίσκεται δίπλα του, το μεγάλο ορθογώνιο κτήριο είναι προσανατολισμένο σύμφωνα με τους γεωγραφικούς άξονες. Η πρόσβαση γινόταν από την ανατολική πλευρά, όπου με τρόπο πρωτοποριακό για την εποχή διαμορφωνόταν η πρόσοψη με το μνημειακό πρόπυλο στο κέντρο μιας εντυπωσιακής δωρικής κιονοστοιχίας. Τα μαρμάρινα κατώφλια της τριπλής βασιλικής εισόδου σώζονται ακόμη στη θέση τους, ενώ τα λίθινα αρχιτεκτονικά μέλη που μιμούνται παραθυρόφυλλα και τα χαριτωμένα ιωνικά κιονόκρανα που βρέθηκαν πεσμένα εδώ θα πρέπει να προέρχονται από την πρόσοψη του ορόφου. Ο συνδυασμός των ρυθμών, δωρικού και ιωνικού, τον οποίο βρίσκουμε ήδη στον Παρθενώνα, θα γίνει κυρίαρχη τάση για την μακεδονική αρχιτεκτονική που φαίνεται να την χαρακτηρίζει ο ''λειτουργικός εκλεκτικισμός''.

Περνώντας το πρόπυλο φτάνει κανείς στην αυλή που παραδοσιακά αποτελούσε το κέντρο, γύρω από το οποίο αρθρώνονταν οι χώροι και οι λειτουργίες κάθε σπιτιού. Όπως η πρόσοψη έτσι και η αυλή που είναι ακριβώς τετράγωνη αποκτά εδώ μια απολύτως κανονική μνημειακή μορφή με ένα τεράστιο περιστύλιο, σε κάθε πλευρά του οποίου υπάρχουν 16 λίθινοι δωρικοί κίονες που επιστέφονται από την χαρακτηριστική δωρική ζωφόρο. Κατασκευασμένα από πωρόλιθο τα αρχιτεκτονικά μέλη καλύπτονταν από λεπτότατα κονιάματα που θα πρέπει να τα φανταστούμε να λάμπουν στο λευκό του μαρμάρου και να ποικίλλονται με ζωηρό γαλάζιο και κόκκινο.

Η αυλή που χωράει άνετα καθιστούς περισσότερο από δύο χιλιάδες ανθρώπους λειτουργούσε όχι μόνον σαν πνεύμονας του σπιτιού, αλλά κυρίως σαν χώρος όπου επικεντρωνόταν η πολιτική και κοινωνική ζωή του κράτους, Στην ανατολική πλευρά του ανακτόρου υπάρχει μία μεγάλη κυκλική αίθουσα, η λεγόμενη θόλος, στην οποία βρέθηκαν αναθηματικές επιγραφές που αναφέρουν τον ''πατρώο Ηρακλή'', τον θεό που οι Μακεδόνες βασιλιάδες τιμούσαν σαν πρόγονό τους μαζί με τη βάση μιας κατασκευής που θα μπορούσε να είναι βωμός ή βάθρο. Οι χώροι στην περιοχή αυτή φαίνονται στο σύνολο τους να έχουν ''ιερό'' χαρακτήρα, εξυπηρετώντας τις αυξημένες λατρευτικές ανάγκες του βασιλιά που ήταν συγχρόνως και αρχιερέας .

Χώροι συμποσίων, ανδρώνες, με δάπεδα στρωμένα με ψηφιδωτά από βότσαλα υπήρχαν στην ανατολική και την βόρεια πλευρά όπου δύο διάδρομοι οδηγούσαν από το περιστύλιο στον εξώστη, μια ευρύχωρη βεράντα με πανοραμική θέα στην πόλη και σε ολόκληρη τη μακεδονική λεκάνη που αποτελεί μία ακόμη καινοτομία του ανακτόρου των Αιγών.

Ιδιαίτερα επίσημο χαρακτήρα φαίνονται να έχουν οι πέντε χώροι της νότιας πλευράς, από τους οποίους οι τρεις σχηματίζουν κλειστό σύνολο με πρόσβαση από τον μεσαίο που δίνει την εντύπωση προθαλάμου, καθώς ανοίγεται προς την αυλή με ένα ιδιαίτερα μνημειακό πολύθυρο με τρεις ιωνικούς αμφικίονες. Όλοι αυτοί οι χώροι είχαν ψηφιδωτά δάπεδα, ένα από τα οποία σώζεται σε καλή κατάσταση. Φτιαγμένο από μικροσκοπικά λευκά, μαύρα, γκρίζα, αλλά και κίτρινα και κόκκινα βότσαλα, το ψηφιδωτό αυτό θυμίζει χαλί με ένα εντυπωσιακό λουλούδι να ανθίζει στο κέντρο του, πλαισιωμένο από πολύπλοκα ελικωτά βλαστάρια και λουλούδια που εγγράφονται σε έναν κύκλο. Ο πολλαπλός μαίανδρος και ο σπειρομαίανδρος που στολίζουν την περιφέρεια του κύκλου μοιάζουν πολύ με αυτούς που βρίσκουμε στη χρυσελεφάντινη ασπίδα του Φιλίππου Β΄. Ξανθές νεράιδες, μισές γυναίκες-μισά λουλούδια, φυτρώνουν στις γωνίες, ποικίλλοντας με μια ευχάριστη νότα ζωντάνιας και χάρης το σύνολο που παρά τη φαινομενική πολυπλοκότητά του υποτάσσεται στην καθαρή γεωμετρία της αυστηρής συμμετρίας.

Γύρω από το ψηφιδωτό υπάρχει ένα πλατύ σκαλοπάτι, επάνω στο οποίο τοποθετούνταν οι κλίνες των συνδαιτυμόνων για τα συμπόσια. Ανάλογες κατασκευές υπήρχαν και στα υπόλοιπα δωμάτια του ανακτόρου και βεβαιώνουν ότι όλοι χρησιμοποιούνταν σαν χώροι συμποσίων. Περισσότερο λιτές είναι οι τρεις τεράστιες αίθουσες της δυτικής πλευράς με τα μαρμαροθετήματα. Υπολογίζεται πως στο ανάκτορο υπήρχε χώρος συνολικά για 278 κλίνες. Ο Φίλιππος δηλαδή μπορούσε να παραθέσει συμπόσιο σε περισσότερους από 500 καλεσμένους συγχρόνως, αριθμός πρωτοφανής για τα ελληνικά δεδομένα.

Εξοπλισμένο με όλες τις ανέσεις της εποχής το ανάκτορο διέθετε ένα άψογο σύστημα αποχέτευσης αλλά και ύδρευσης που έφερνε μέχρι εδώ το δροσερό νερό από τις πηγές του βουνού. Στον όροφο που υπήρχε στην ανατολική αλλά και στη δυτική πλευρά θα πρέπει να βρισκόταν, όπως συνήθως, τα διαμερίσματα των γυναικών και οι κοιτώνες. Ιδιαίτερα εντυπωσιακή και πολυτελής ήταν η κορινθιακού τύπου κεράμωση των στεγών.

Συγχωνεύοντας με τρόπο εξαιρετικά εφευρετικό στοιχεία δημόσιας και ιδιωτικής αρχιτεκτονικής ο μεγαλοφυής αρχιτέκτονας του ανακτόρου των Αιγών καταφέρνει να δημιουργήσει ένα κτίριο μοναδικό, λιτό και λειτουργικό και συγχρόνως απόλυτα μνημειακό και επιβλητικό, δίνοντας πραγματική μορφή και υπόσταση στην ιδέα του δεσπόζοντος κέντρου από όπου εκπορεύεται κάθε εξουσία. Έτσι η κατοικία του βασιλιά των Μακεδόνων, του ηγεμόνα και αρχιστράτηγου των Πανελλήνων, το μόνο ανάκτορο της κλασικής Ελλάδας που γνωρίζουμε, όντας η έδρα της πολιτικής εξουσίας και συγχρόνως το κέντρο της πνευματικής δημιουργίας, γίνεται ένα αληθινό μνημείο μεγαλοπρέπειας, λειτουργικότητας και μαθηματικής καθαρότητας, το οποίο μέσα από την απόλυτη συνέπεια της γεωμετρίας του συνοψίζει την πεμπτουσία του ευ ζην, υλοποιώντας το πρότυπο της ιδανικής κατοικίας και αποτελώντας το αρχέτυπο του οικοδομήματος με περιστύλιο που θα σφραγίσει την αρχιτεκτονική της ελληνιστικής οικουμένης και θα επαναληφθεί χιλιάδες φορές σε ολόκληρο τον ελληνιστικό κόσμο, χωρίς ωστόσο καμιά από τις επαναλήψεις να φτάσει τη σαφήνεια, την πληρότητα και την απόλυτη καθαρότητα του πρωτοτύπου.

Στα χρόνια των Αντιγονιδών, τον 3ο αι. π.Χ. μια νέα πτέρυγα με περίστυλη αυλή χτίστηκε στα δυτικά του ανακτόρου για να καλύψει τις αυξημένες ανάγκες των ενοίκων. Μετά την κατάλυση του βασιλείου από τους Ρωμαίους το 168 π.Χ. το ανάκτορο καταστρέφεται μαζί με την πόλη των Αιγών και δεν ξαναχτίζεται ποτέ. Ωστόσο, παρά την καταστροφή, ο χώρος φαίνεται πως κρατά στην συνείδηση των κατοίκων κάτι από την ιερότητά του και όχι μόνον δεν καταπατείται αλλά, όπως δείχνει ο βωμός και τα λείψανα των θυσιών των ύστερορωμαϊκών χρόνων που βρέθηκαν στο δωμάτιο με το ψηφιδωτό, γίνεται τόπος λατρείας.

Οι Αιγές εξαφανίζονται και ξεχνιούνται ωστόσο η ανάμνηση του βασιλικού οίκου εξακολουθεί να ζει στο βυζαντινό όνομα Παλατίτζια που στοιχειώνει τον τόπο ως σήμερα. Ακόμη και η λατρεία συνεχίζεται στο χώρο που στη συλλογική μνήμη καταγράφηκε σαν τόπος ιερός. Μετά τον ρωμαϊκό βωμό ήρθε η μικρή εκκλησούλα της Αγίας Τριάδας: χτισμένη στη σκιά της αιωνόβιας βελανιδιάς στα χρόνια της τουρκοκρατίας διαλύθηκε το 1961 για να προχωρήσει η ανασκαφή.

Στο μεταξύ το ανάκτορο έγινε νταμάρι και χτίστηκαν με τις πέτρες του τα χωριά της περιοχής, τελευταία από όλα στη δεκαετία του είκοσι η ίδια η Βεργίνα.

2. Ο Τάφος του Φιλίππου Β΄

Είναι ένας μεγάλος, διθάλαμος μακεδονικός τάφος η πρόσοψη του οποίου θυμίζει ναό. Ημικίονες και παραστάδες υποβαστάζουν το χαρακτηριστικό δωρικό επιστύλιο και τη ζωφόρο με τα τρίγλυφα και τις μετόπες, όμως επάνω από αυτή δεν βρίσκεται αέτωμα, αλλά μια ασυνήθιστα ψηλή ιωνική ζωφόρος που επιστέφεται από ιωνικό γείσο με δωρικό κυμάτιο και ψευδοσίμη. Η ανάμιξη των ρυθμών, που χαρακτηρίζει γενικά την μακεδονική αρχιτεκτονική εδώ υπαγορεύεται από την ανάγκη να κρυφτεί η καμάρα -λύση λειτουργικά αναγκαία, μορφολογικά όμως εντελώς ανοίκεια για την ελληνική αρχιτεκτονική- χωρίς να ανατραπεί εντελώς η παραδοσιακή ισορροπία των μεγεθών των αρχιτεκτονικών μελών του μνημείου. Η ιωνική ζωφόρος που με τον όγκο της κυριαρχεί προσφέρει μια λαμπρή δυνατότητα για διακόσμηση που δεν έμεινε βέβαια ανεκμετάλλευτη, αφού ζωγραφίστηκε με την εξαιρετική τοιχογραφία του βασιλικού κυνηγιού.

Αντίθετα με την παραδοσιακή αντίληψη της κλασικής αρχιτεκτονικής που θέλει τα επιμέρους στοιχεία να δηλώνουν με τη μορφολογία τους τη δομική και λειτουργική τους σκοπιμότητα, εδώ η ιωνική ζωφόρος και το διάζωμα με τα τρίγλυφα και τις μετόπες χρησιμοποιούνται για να κρύψουν την πραγματική μορφή του κτηρίου. Οι ημικίονες, οι πεσσοί, το επιστύλιο και τα γείσα δεν ανταποκρίνονται στην αρχιτεκτονική δομή του μνημείου και δεν έχουν άλλη σκοπιμότητα από την παρουσία τους που θα δημιουργήσει την εντύπωση οικείας εικόνας. Ο υπόγειος θάλαμος κρυμμένος ολόγυρα από το χώμα, ορατός μόνο από την πλευρά της εισόδου, από όπου θα γίνει η ταφή, αποκτά πρόσοψη που τον κάνει να μοιάζει αυτό που δεν είναι. Φόρμες οικείες, αποσπασμένες από την πραγματική τους λειτουργία, επιστρατεύονται: ο τάφος θυμίζει παλάτι και ναό.

Μια νέα αρχιτεκτονική αντίληψη που θέλει την πρόσοψη σκηνικό, λίγο-πολύ αυτόνομο και ανεξάρτητο από το ίδιο το κτίσμα, μια αντίληψη που θα γίνει πολύ δημοφιλής στα ελληνιστικά και ρωμαϊκά χρόνια, βρίσκει εδώ και στους υπόλοιπους μακεδονικούς τάφους που θα ακολουθήσουν μια από τις πιο πρώιμες διατυπώσεις της. Πραγματικό λειτουργικό στοιχείο απομένει η βαριά μαρμάρινη πόρτα, η πόρτα που κλείνοντας θα χωρίσει για πάντα τον ηρωοποιημένο νεκρό από τους ζωντανούς.

Ένας ιδιαίτερα μακρύς κατηφορικός "δρόμος" οδηγεί στην είσοδο του τάφου, όπου σχηματίζεται ένα μικρό πλάτωμα. Δύο τοίχοι από ωμά πλιθιά επιχρισμένοι με αδρό κονίαμα συγκρατούσαν στο σημείο αυτό τα χώματα στις πλευρές του σκάμματος του δρόμου και διαμόρφωναν το χώρο που θυμίζει αυλή. Με ωμά πλιθιά και αδρό κονίαμα είναι κατασκευασμένο και το στηθαίο που βρίσκεται πίσω από την πρόσοψη του τάφου για να συγκρατεί τις επιχώσεις με τα υπολείμματα της νεκρικής πυράς που είχαν καλύψει ολόκληρη την καμάρα. Η προσπάθεια να κρατηθεί καθαρός ο χώρος μπροστά στην είσοδο για τις τελετές που θα γίνονταν κατά τη διάρκεια της ταφής είναι φανερή.

Ο τάφος κατασκευάστηκε ολόκληρος από πωρόλιθο εκτός από τις δύο πόρτες και τα περίθυρα που είναι μαρμάρινα. Λευκά κονιάματα πολύ καλής ποιότητας που δίνουν την εντύπωση μαρμάρου καλύπτουν την πρόσοψη. Τα τρίγλυφα και οι ταινίες του διαζώματος διατηρούν το λαμπρό βαθυγάλαζο και το ζωηρό κόκκινο χρώμα τους και μας δίνουν μια εντύπωση της πολυχρωμίας των ελληνικών ναών. Κόκκινο και γαλάζιο, γκρι και λευκό έχουν χρησιμοποιηθεί για τη διακόσμηση των κυματίων και για την απόδοση της φωτοσκίαση που δημιουργεί την ψευδαίσθηση του ανάγλυφου.

Αντίθετα με την επιμελημένη κατασκευή της πρόσοψης, στο εσωτερικό του τάφου είναι προφανής η προχειρότητα που υπαγορεύτηκε από τη βιασύνη. Οι τοίχοι του θαλάμου είναι σοβατισμένοι πρόχειρα, όμως τα ίχνη που σώθηκαν επάνω στους σοβάδες δείχνουν ότι εδώ θα υπήρχαν πορφυρά υφασμάτινα παραπετάσματα που θα δημιουργούσαν αντάξιο πλαίσιο για τα πλούσια κτερίσματα. Ο προθάλαμος είναι περισσότερο φροντισμένος με καλά κονιάματα στους τοίχους, βαμμένα με σκούρο μπλε, λευκό και ζωηρό κόκκινο χρώμα. Ο τάφος είχε δύο χώρους, τον κυρίως θάλαμο και τον ασυνήθιστα βαθύ προθάλαμο, σε καθέναν από τους οποίους υπήρχε μία μαρμάρινη θήκη. Στη θήκη του θαλάμου βρισκόταν η χρυσή λάρνακα με τα οστά του νεκρού βασιλιά, ενώ σε εκείνη του προθαλάμου η χρυσή λάρνακα με τα οστά της συζύγου του.

Επάνω από τις θήκες ήταν στημένα τα ψηλά, ξύλινα ανάκλιντρα με την πλούσια χρυσελεφάντινη διακόσμηση που διαλύθηκαν και τα υπολείμματα τους βρέθηκαν σκορπισμένα στο δάπεδο. Μπροστά στο ανάκλιντρο του θαλάμου, επάνω σε ένα ξύλινο τραπέζι, ήταν τοποθετημένα τα ασημένια σκεύη για το συμπόσιο, που, όταν έλιωσαν τα ξύλα, κατρακύλισαν προς τα βόρεια, όπου βρέθηκαν και τα χάλκινα σκεύη των ιερών σπονδών, αλλά και τα πήλινα σκεύη που ήταν απαραίτητα για την ταφική τελετουργία. Στην άλλη πλευρά, στη νοτιοδυτική γωνία, είχαν αποθέσει ολόκληρη τη χάλκινη οικοσκευή που χρησιμοποιήθηκε για το λουτρό του νεκρού, αλλά και την λαμπρή χρυσοποίκιλτη πανοπλία του.

Το πρόβλημα της ασφαλούς στέγασης με ανθεκτική πέτρινη οροφή μιας πραγματικά ευρύχωρης υπόγειας αίθουσας θα λυθεί οριστικά στα χρόνια του Φιλίππου Β΄ με τη χρήση της λίθινης καμάρας, μιας κατασκευής ανοίκειας μορφολογικά ιδιαίτερα όμως αποτελεσματικής στατικά, που μπορεί να κρατήσει πραγματικά μεγάλα φορτία και λύνει τα χέρια των αρχιτεκτόνων, επιτρέποντας τους να κατασκευάσουν πραγματικά μνημειακά υπόγεια κτίρια. Έτσι γεννιέται ο "μακεδονικός" τάφος, το πιο χαρακτηριστικό προϊόν της μακεδονικής αρχιτεκτονικής και συγχρόνως ο πιο γνήσιος καρπός της ταφικής αντίληψης των Μακεδόνων που στο ιδεολογικό επίπεδο αποτελεί τον άμεσο απόγονο των θολωτών τάφων της Μυκηναϊκής εποχής. Ο καμαροσκέπαστος τάφος με το μνημειακό δρόμο που η εικόνα του θυμίζει παλάτι και ναό θα γίνει η υπόγεια άφθαρτη κατοικία του ηρωοποιημένου νεκρού και θα δώσει υπόσταση στην αντίληψη του Πλάτωνα για την ταφή των ταγών της ιδανικής πολιτείας όπως περιγράφεται στους Νόμους Και βέβαια δεν είναι τυχαίο ότι στη βασιλική νεκρόπολη των Αιγών συγκεντρώνονται τα περισσότερα και τα παλαιότερα μνημεία αυτού του είδους -βρέθηκαν ως τώρα 12- από οπουδήποτε αλλού.

3. Ο Τάφος της Περσεφόνης

Χτισμένος με ιδιαίτερη προσοχή από μεγάλους πώρινους γωνιόλιθους ο κιβωτιόσχημος αυτός τάφος με διαστάσεις 3Χ4,5 μ. είναι ένα από τα μεγαλύτερα μνημεία του είδους του που έχουν βρεθεί, ωστόσο παρά το μέγεθός του το μνημείο δεν έχει πρόσοψη και κανονική είσοδο και εξακολουθούσε να λειτουργεί σαν υπόγεια θήκη, όπου η ταφή έγινε από πάνω.

Ο τάφος είχε συληθεί πιθανότατα από τους Γαλάτες που λεηλάτησαν την βασιλική νεκρόπολη των Αιγών. Η λιγοστή κεραμική που βρέθηκε μέσα σ' αυτόν δείχνει πως χρονολογείται γύρω στο 350 π.Χ. Το μνημείο ανήκε σε μια νεαρή γυναίκα περίπου 25 χρονών που πρέπει να πέθανε στη γέννα και θάφτηκε εδώ μαζί με το βρέφος της. Τα οστά ενός άντρα που υπήρχαν μέσα στα πεσμένα χώματα, από τον τρόπο και τη θέση που βρέθηκαν, φαίνονται να σχετίζονται με την μεταγενέστερη τυμβωρυχία, πράγμα όχι ασυνήθιστο στη νεκρόπολη των Αιγών. Η γειτνίαση του τάφου της με εκείνον του Φιλίππου Β΄ δείχνει πως η γυναίκα αυτή θα πρέπει να ήταν μια από τις επτά συζύγους του βασιλιά, πιθανότατα η Νικησίπολις από τις Φερές, η μητέρα της Θεσσαλονίκης.

Το εσωτερικό του μνημείου είναι εντελώς λιτό, χωρίς καμιά αρχιτεκτονική διαμόρφωση. Μια στενή ζωγραφιστή ζωφόρος με λουλούδια που τα πλαισιώνουν φτερωτές χίμαιρες και γρύπες, τα πλάσματα που φυλάγουν το πέρασμα στον Άλλο Κόσμο, περιτρέχει τους τοίχους στη μέση περίπου του ύψους τους. Το κάτω μέρος είναι βαμμένο με το χαρακτηριστικό βαθυκόκκινο χρώμα που θυμίζει αίμα. Το επάνω είναι λευκό. Εδώ στον βόρειο, ανατολικό και νότιο τοίχο αναπτύσσονται οι τοιχογραφίες, ένα από τα δύο σημαντικότερα πρωτότυπα αριστουργήματα της αρχαίας ζωγραφικής που μας σώθηκαν.

Επάνω στο ακόμη υγρό, λείο και στιλπνό λευκό κονίαμα της τελικής επιφάνειας ο ζωγράφος χάραξε ένα συνοπτικό προσχέδιο, επιμένοντας περισσότερο στα πιο σημαντικά σημεία της σύνθεσης. Στη συνέχεια με γρήγορες, δυνατές και εξαιρετικά εκφραστικές πινελιές σχεδίασε και ζωγράφισε τις μορφές του, ακολουθώντας και κάποτε αγνοώντας το προσχέδιό του με μια ελευθερία χαρακτηριστική για τον πρωτογενή δημιουργό και απολύτως ανοίκεια για τον αντιγραφέα. Παίρνοντας σα βάση το λευκό η παλέτα του είχε τα βασικά γαιώδη χρώματα της τετραχρωμίας, χοντροκόκκινο, ώχρες, μαύρο και άσπρο, αλλά και οργανικές λάκες για τα λαμπερά ρόδινα και τα πορφυρά. Τα χρώματα που έχουν μια ιδιαίτερη διαφάνεια και ελαφράδα που θυμίζει ακουαρέλα .χρησιμοποιούνται καθαρά ή ανάμεικτα, ώστε να προκύπτουν οι απαραίτητες για τη φωτοσκίαση και το πλάσιμο των όγκων τονικές διαβαθμίσεις.

Μολονότι ο ζωγράφος μας ήξερε πολύ καλά να δουλεύει το χρώμα και να αποδίδει με αυτό όγκο και κίνηση, όπως αποδεικνύει το πορφυρό ιμάτιο του Πλούτωνα, δεν υποκύπτει στη γοητεία του εκφραστικού πλούτου που θα μπορούσε αυτό το μέσο να του προσφέρει. Περιορίζοντας αυστηρά τη χρωματικότητα σε επιλεγμένα σημεία συμπύκνωσης της δράσης, προτιμά το δύσκολο δρόμο, που του δίνει την ευκαιρία να αποδείξει την εκπληκτική σχεδιαστική του δεινότητα και δουλεύει χρησιμοποιώντας σαν κύριο εκφραστικό μέσο το περίγραμμα που όμως στα χέρια του δεν είναι καθόλου μια απλή γραμμή, αλλά πινελιά με όγκο, πλαστικότητα και κίνηση, ένας ολόκληρος εκφραστικός κόσμος που με το ελάχιστο μορφοποιεί το μέγιστο, χαρίζοντάς μας ένα από τα ωραιότερα έργα της αρχαίας τέχνης .

Στο βόρειο τοίχο του τάφου βρίσκεται το αποκορύφωμα της αφήγησης: Εδώ, στη μέση της εικόνας δεσπόζει το άρμα με τα τέσσερα λευκά άλογα. Ο Άδης, πιο μεγάλος από όλες τις άλλες μορφές, άρπαξε τη λεία του και πηδάει στο άρμα. Το αριστερό του πόδι πατάει κιόλας σταθερά επάνω στο δίφρο, το δεξί ακουμπάει ακόμη με τις μύτες των δαχτύλων στο έδαφος. Στο δεξί χέρι του ο βασιλιάς των νεκρών σφίγγει το σκήπτρο της εξουσίας και τα γκέμια των αλόγων, που τινάζονται με τα μπροστινά πόδια στον αέρα, ξεκινώντας ήδη τον ξέφρενο καλπασμό τους.

Ανάμεσα από τα πόδια του, φυλακισμένη στη σκοτεινή αγκαλιά του, ο Πλούτωνας κρατάει σφιχτά την Περσεφόνη που την έχει αρπάξει απ' το βυζί. Η Κόρη είναι γυμνή. Το φουστάνι της γλίστρησε και έπεσε. Έμεινε μόνο το κορδόνι που το κρατούσε στον ώμο της και το πορφυρό της ιμάτιο να κρύβει την ήβη, να γίνεται φόντο για τους μαλακούς γοφούς της και να χάνεται, σμίγοντας με το πορφυρό του ιματίου του Πλούτωνα. Σε μια ύστατη προσπάθεια να ξεφύγει, η Κόρη τινάζεται προς τα πίσω, το σώμα της τεντώνεται, τρυφερό σα μίσχος λουλουδιού, να ξεγλιστρήσει από τα σκέλια και το μπράτσο που το σφίγγουν σαν τανάλια. Απόλυτα αδύναμη, απλώνει τα μπράτσα, ικετεύοντας απελπισμένα για τη βοήθεια που δε θα έρθει. Ο άνεμος παίρνει τα μαλλιά της, τα μάτια της βασιλεύουν, το πρόσωπο της γίνεται μάσκα απόγνωσης.

Η άρνηση της Κόρης να δεχτεί τη Μοίρα της, η επιθυμία της να γαντζωθεί στον κόσμο που αναγκάζεται να αφήσει και η αποστροφή της για τον Άδη γίνεται ολοφάνερη μέσα από την κίνηση του σώματος της, που είναι ολότελα αντίθετη προς τη δική του και μέσα από την απομάκρυνση των κεφαλιών τους. Με μια εξαιρετικά δυναμική και σχεδιαστικά ιδιαίτερα τολμηρή, ανοιχτή σύνθεση, που στηρίζεται στην ένταση, αλλά και στην ισορροπία που παράγουν δύο διαγώνιες που διασταυρώνονται, ένα εύρημα που μάλλον αυτός εισάγει στην παραδοσιακή εικονογραφία της Αρπαγής, ο καλλιτέχνης κατορθώνει να αποδώσει όλη τη δραματική ένταση της αντιπαράθεσης του κυνηγού με το θήραμα, του αρσενικού με το θηλυκό, της ζωής με το θάνατο.

Τη δραματικότητα και το πάθος που συμπυκνώνεται σε αυτό το σημείο της παράστασης υπογραμμίζει έντεχνα η χρήση μόνον εδώ του δυνατού και πλούσιου χρώματος με τα λαμπερά πορφυρά στα ιμάτια των θεών και το βαθύ κόκκινο στο άρμα, ενώ η αίσθηση της κίνησης και του βάθους τονίζεται με την πλάγια προοπτική απόδοση των τροχών που εξισορροπούν σχεδιαστικά το δυναμικό σχήμα του δίφρου και της διαγωνίου του σκήπτρου.

Πίσω από το άρμα, στην ανατολική γωνία της εικόνας, μισογονατισμένη στο χώμα, μια φίλη της Περσεφόνης παρακολουθεί το δράμα, πετρωμένη από φόβο. Το φόρεμά της γλίστρησε και το στήθος της είναι γυμνό, όμως το χρυσοκάστανο ιμάτιο της με τη φαρδιά μενεξελιά μπορντούρα την τυλίγει ακόμα, σχηματίζοντας ένα θερμό στεφάνι, μέσα στο οποίο προβάλλεται η σαγηνευτική λευκότητα του δέρματός της. Λυγισμένη στα δύο σηκώνει το χέρι να φυλαχτεί, μοιάζει να θέλει να φύγει και να μη μπορεί, παγωμένη σα σε εφιάλτη, ακούσιος μάρτυρας του αποτρόπαιου. Τα μάτια της σχεδιασμένα εντελώς λιτά, δυο γραμμούλες και μια βουλίτσα όλο κι όλο και όμως καταφέρνουν να εκφράσουν απόλυτα τον άφατο τρόμο...

Σαν μορφολογική, αλλά και εννοιολογική αντίστιξη στην παθητικότητα της συντρόφισσας της Κόρης, που με τρόμο αποδέχεται το μοιραίο, στην άλλη μεριά της παράστασης εμφανίζεται ο Ερμής. Με το κηρύκειο, το μαγικό ραβδί που γητεύει τις ψυχές των νεκρών, το μόνο παραδοσιακό και αναγνωρίσιμο σύμβολο της παράστασης, στο χέρι, ο ψυχοπομπός γίνεται εδώ νυμφοπομπός σκοτεινού Γάμου, και τρέχοντας, σχεδόν πετώντας στις μύτες των ποδιών του, οδηγεί το άρμα στη δύση, στη χώρα των νεκρών. Αντί για τις δάδες του Υμεναίου, τον αθέλητο γάμο φωτίζει η τρομερή λάμψη του κεραυνού που αστράφτει μπροστά απ' τον Ερμή και καταυγάζει τη λευκή εικόνα, δίνοντας τη συναίνεση του ύψιστου Νόμου στο δράμα.

Στην ανατολική πλευρά του τάφου, στη μεριά όπου φαίνεται να στρέφεται ζητώντας βοήθεια η Περσεφόνη, βρίσκεται μια βαριά, κάπως ώριμη γυναικεία φιγούρα που καθισμένη σε ένα βράχο, ολομόναχη και στραμμένη προς τη σκηνή της αρπαγής, μοιάζει να παρακολουθεί σκεπτική τον αθέλητο γάμο. Ολόκληρη μια σύνθεση απόλυτα κλειστή, μια μορφή γκρίζα που συνεχίζει ουσιαστικά το σχήμα του βράχου, τυλιγμένη εντελώς στο ιμάτιό της, απομονωμένη στο πένθος της, αγέλαστη πέτρα η ίδια, δεν μπορεί νάναι άλλη από την Δήμητρα, τη μάνα που αν και θεά δεν μπόρεσε παρ' όλη τη δύναμή της να αποτρέψει τη μοίρα του παιδιού της.

Μορφολογικά συγγενείς και όμως ως προς το ήθος διαφορετικές από αυτήν εμφανίζονται οι τρεις γυναικείες μορφές που βρίσκονται στο νότιο τοίχο από τις οποίες η μεσαία έχει σχεδόν εντελώς εξαφανιστεί. Ο Μανόλης Ανδρόνικος συσχέτισε εύστοχα τις μορφές αυτές με τις τρεις Μοίρες. Αν αυτή η σκέψη είναι σωστή, τότε μπορούμε να αναγνωρίσουμε με τη σειρά από τα ανατολικά προς τα δυτικά στην πρώτη, την Κλωθώ, που γνέθει το νήμα της ζωής, στη μεσαία τη Λάχεση που τραβάει τον κλήρο και στην τρίτη, την Άτροπο, αυτή που ορίζει το θάνατο, την πιο επικίνδυνη και πιο δυσάρεστη από τις τρεις.

Η παρουσία των Μοιρών που εικονογραφούν την έννοια του αδήριτου πεπρωμένου μέσα σε έναν τάφο σε συνάφεια με την εξιστόρηση του μύθου της Αρπαγής έχει εννοιολογική συνέπεια και, ακόμη και αν είναι μοναδική ή σπάνια, δεν αποτελεί κατ' ουσίαν ανατροπή της παράδοσης. Ο καλλιτέχνης μας που δεν αποκλείεται καθόλου να είναι ο Νικόμαχος, ένας ζωγράφος περίφημος στην αρχαιότητα για μια εικόνα του με την αρπαγή της Περσεφόνης, αποδεικνύεται πραγματικά ριζοσπαστικός και ανατρεπτικός στο τρόπο που χειρίστηκε το κεντρικό του θέμα.

Παρουσιάζοντας γυμνή και ανυπεράσπιστη την Κόρη στα χέρια του Αδυσώπητου σε μια εξανθρωπισμένη και άκρως τραγική εικόνα που τη διαπνέει ο τρόμος, η αγωνία, η απελπισία και το πάθος της θεάς ο καλλιτέχνης μας, όποιος και να είναι, τολμά να ανατρέψει ολόκληρη την εικονογραφική παράδοση της Δέσποινας των νεκρών και κατορθώνει με το χρωστήρα του να ζωντανέψει μια πραγματικότητα υπερβατική και όχι απλά εικονική, εξιστορώντας το μέγιστο δράμα της αρχαίας θρησκείας, και εικονοποιώντας με τρόπο έξοχα ποιητικό το ίδιο το μυστήριο του θανάτου.

4. Ο Τάφος με τους Ελεύθερους Κίονες

Στην παρυφή της Μεγάλης Τούμπας βρίσκονταν τα ερείπια του μακεδονικού τάφου ΙV, ενός μονοθάλαμου μνημείου που χτίστηκε όπως φαίνεται τον 3ο αιώνα π.Χ. ίσως για να δεχτεί το λείψανο του Αντιγόνου Γονατά. Ο τάφος αυτός που δεν τον προστάτευαν οι τεράστιοι όγκοι χώματος της Μεγάλης Τούμπας, όχι μόνο συλήθηκε, αλλά και λιθολογήθηκε βάναυσα μέσα στους αιώνες με αποτέλεσμα να μη βρεθούν στη θέση τους παρά μόνο τα ίχνη από τους τοίχους και μερικά κομμάτια από τους κίονες και την ανωδομή της πρόσοψής του που ωστόσο επαρκούν για να αναπαρασταθεί με βεβαιότητα η μορφή του.

Οι τέσσερις ελεύθεροι δωρικοί κίονες σχηματίζουν μια υποτυπώδη στοά στην πρόσοψη του μνημείου, αποτελώντας μια μοναδική και αξιοσημείωτη αρχιτεκτονική ιδιαιτερότητα, αφού σε όλους τους υπόλοιπους μακεδονικούς τάφους είναι πακτωμένοι σε μορφή ημικιόνων στον τοίχο. Η κιονοστοιχία επιστεφόταν από το χαρακτηριστικό δωρικό επιστύλιο και τη ζωφόρο με τα τρίγλυφα και τις μετόπες, αλλά αντί για αέτωμα υπήρχε και εδώ, όπως και στον τάφο του Φιλίππου Β΄ και του Αλεξανδρου Δ΄, μια ιωνική ζωφόρος, μια ακόμη ιδιαιτερότητα που δείχνει πως ο κατασκευαστής του μνημείου συνεχίζει συνειδητά την αρχιτεκτονική παράδοση των γειτονικών βασιλικών τάφων της Μεγάλης Τούμπας, η ανάμνηση της μορφής των οποίων θα πρέπει να ήταν ζωντανή στην εποχή του.

5. Ο Τάφος του Αλεξάνδρου Δ'

Όπως δείχνει η κεραμική που βρέθηκε στον εναγισμό του, τριάντα περίπου χρόνια μετά την ταφή του Φιλίππου κατασκευάσθηκε δίπλα στον τάφο του βασιλιά ένας άλλος μικρότερος για να δεχτεί τα οστά ενός άλλου μέλους της βασιλικής οικογένειας, ενός νεαρού έφηβου 13-15 χρονών.

Μολονότι ο νεκρός είχε καεί, πουθενά δεν βρέθηκαν ίχνη από την ταφική πυρά, γεγονός που δείχνει ότι πρέπει να πέθανε και να αποτεφρώθηκε κάπου αλλού και τα οστά του να μεταφέρθηκαν στη συνέχεια στις Αιγές, όπου και θάφτηκαν στον βασιλικό τύμβο. Τα στοιχεία αυτά οδηγούν στην ταύτιση του νεαρού νεκρού με τον Αλέξανδρο Δ΄ τον γιο του Μεγαλέξανδρου και της Ρωξάνης, ένα παιδί-βασιλιά που όντας αιχμάλωτος στην Αμφίπολη δολοφονήθηκε μαζί με την μητέρα του από τον Κάσσανδρο για να κάνει τόπο στη φιλοδοξία του σφετεριστή του θρόνου. Προφανώς ο ίδιος ο δολοφόνος, για να διασκεδάσει τις υποψίες των Μακεδόνων, έφερε, όπως όριζε το έθιμο, τον τελευταίο των Τημενιδών και τον έθαψε με τιμές στην πόλη που στάθηκε το λίκνο της γενιάς του.

Ο τάφος του αδικοχαμένου εφήβου είναι διθάλαμος και μοιάζει πολύ με εκείνον του ένδοξου προγόνου του, μολονότι έχει κάπως απλούστερη πρόσοψη. Οι ημικίονες λείπουν. Η μαρμάρινη πόρτα πλαισιώνεται από δύο παραστάδες που στηρίζουν το δωρικό επιστύλιο και τη χαρακτηριστική δωρική ζωφόρο με τα βαθυγάλαζα τρίγλυφα και τις λευκές ακόσμητες μετόπες. Επάνω από αυτήν υπάρχει και εδώ, όπως στον τάφο του Φιλίππου αντί για αέτωμα μια ιωνική ζωφόρος που κρύβει την καμάρα. Ένα ιωνικό γείσο διακοσμημένο με ζωγραφισμένα κυμάτια και μικρά εξάρματα τοποθετημένα σε κανονικές αποστάσεις που μιμούνται ακροκεράμους, δημιουργώντας την ψευδαίσθηση στέγης, επιστέφει τη ζωφόρο και ολοκληρώνει την πρόσοψη του μνημείου.

Στους τοίχους της πρόσοψης, ανάμεσα στην πόρτα και στις παραστάδες υπάρχουν δύο κυκλικά εξάρματα που δίνουν την εντύπωση κρεμασμένων ασπίδων. Στις ασπίδες που τις πλαισιώνουν γραπτά στεφάνια ήταν ζωγραφισμένα πρόσωπα, ίσως γοργόνεια που τώρα δεν διακρίνονται σχεδόν καθόλου. Ζωγραφική παράσταση υπήρχε και στην ιωνική ζωφόρο, όμως ο καλλιτέχνης, για λόγους που δεν γνωρίζουμε, προτίμησε, αντί να χρησιμοποιήσει την τεχνική της νωπογραφίας επάνω στο κονίαμα να ζωγραφίσει σε ξύλινο πίνακα που τον προσήλωσε με σιδερένια καρφιά στην επιφάνεια του μνημείου, με αποτέλεσμα εξ αιτίας της απώλειας του οργανικού φορέα της, από τον οποίο απόμειναν ελάχιστα μόνο ίχνη, να χαθεί και η ζωγραφιά.

Στο εσωτερικό του τάφου οι τοίχοι ήταν καλυμμένοι με καλής ποιότητας κονιάματα με λευκά επιχρίσματα. Τη μονοτονία του άσπρου διακόπτουν, μοναδικά διακοσμητικά στοιχεία, οι στενές ζωφόροι που περιτρέχουν τους τοίχους στο ύψος της γένεσης της καμάρας. Στον προθάλαμο η ζωφόρος που επιστέφεται από ζωηρή κόκκινη ταινία και ωραίο γραπτό ιωνικό κυμάτιο, φωτοσκιασμένο με γκριζοκάστανες σκιές, ώστε να δίνεται η εντύπωση του ανάγλυφου, είναι διακοσμημένη με ζωγραφική παράσταση που διατηρείται σε καλή κατάσταση. Το θέμα της παράστασης που ταιριάζει πολύ καλά στη μορφή της επιφάνειας που έπρεπε να καλυφθεί είναι μια αρματοδρομία, ίσως μια έμμεση αναφορά στους αγώνες με τους οποίους τιμούσαν τους νεκρούς ήρωες από την εποχή του έπους.

Είκοσι ένα κόκκινα άρματα που τα σέρνουν λευκά άλογα και τα οδηγούν νεαροί ηνίοχοι με μακριούς, ανεμίζοντες χιτώνες κινούνται επάνω σε βαθυγάλαζο φόντο. Το τοπίο δηλώνεται μόνο με τις χαμηλές εξάρσεις του ανώμαλου εδάφους. Ο ζωγράφος, ένας ικανός και έμπειρος τεχνίτης που έχει αφομοιώσει τα διδάγματα της μεγάλης ζωγραφικής, χρησιμοποιώντας σωστά την προοπτική και τη φωτοσκίαση, καταφέρνει με τρόπο λιτό και ωστόσο επιτυχημένο να δώσει την ψευδαίσθηση της τρίτης διάστασης και, ξεπερνώντας τα όρια του διακοσμητικού, αποφεύγει τη μονοτονία του θέματος με πολλά μικρά τεχνάσματα και διαφοροποιήσεις που δίνουν την εντύπωση του στιγμιαίου και υποβάλλουν την αίσθηση της αφήγησης ενός συγκεκριμένου περιστατικού.

Στο βάθος του θαλάμου, στη μέση, μπροστά στον τοίχο, βρισκόταν μια πέτρινη βωμόσχημη κατασκευή. Επάνω της, μέσα σε μια ρηχή κοιλότητα ήταν ακουμπισμένη η ασημένια υδρία-τεφροδόχος με τα οστά του νεκρού. Στο λαιμό του αγγείου έλαμπε το ολόχρυσο στεφάνι βελανιδιάς. Μπροστά από την τεφροδόχο είχαν τοποθετήσει την χρυσελεφάντινη κλίνη και ένα χαμηλό ξύλινο τραπέζι ''στρωμένο'' με ασημένια αγγεία, πιάτα και μπολάκια, μια εικόνα οικεία από τις παραστάσεις των συμποσίων της εποχής. Τα γλυκά και οι καρποί που θα πρέπει να υπήρχαν στο τραπέζι διαλύθηκαν, τα ξύλινα μέρη των επίπλων αποσυντέθηκαν και απόμειναν μόνο τα ίχνη τους στο δάπεδο του τάφου, μαζί με τα μισολυωμένα θραύσματα από τον χρυσελεφάντινο διάκοσμο.