Ακρόπολη Αθηνών

Translate

Ακρόπολη Αθηνών

Στο βραχώδη λόφο της Ακρόπολης, που δεσπόζει στο κέντρο της σύγχρονης Αθήνας, βρισκόταν το σπουδαιότερο και μεγαλοπρεπέστερο ιερό της αρχαίας πόλης, αφιερωμένο, κατά κύριο λόγο, στην προστάτιδα θεά της, την Αθηνά. Με τον ιερό αυτό χώρο σχετίζονται οι σημαντικότεροι μύθοι της αρχαίας Αθήνας, οι μεγάλες θρησκευτικές εορτές, οι παλαιότερες λατρείες της πόλης αλλά και ορισμένα από τα καθοριστικά για την ιστορία της γεγονότα. Τα μνημεία της Ακρόπολης, αρμονικά συνδυασμένα με το φυσικό περιβάλλον, αποτελούν μοναδικά αριστουργήματα της αρχαίας αρχιτεκτονικής, που εκφράζουν πρωτοποριακούς συσχετισμούς ρυθμών και τάσεων της κλασικής τέχνης και επηρέασαν την πνευματική και καλλιτεχνική δημιουργία για πολλούς αιώνες αργότερα. Η Ακρόπολη του 5ου αι. π.Χ. αποδίδει με τον τελειότερο τρόπο το μεγαλείο, τη δύναμη και τον πλούτο της Αθήνας στην εποχή της μεγαλύτερης ακμής της, το ''χρυσό αιώνα'' του Περικλή. 

Ο λόφος επιλέχθηκε ήδη από τα νεολιθικά χρόνια (4000/3500-3000 π.Χ.) ως τόπος εγκατάστασης των κατοίκων της περιοχής. Κατάλοιπα εγκατάστασης της Πρώιμης και Μέσης Εποχής του Χαλκού εντοπίσθηκαν στην περιοχή του Ερεχθείου. Κατά το 13ο αι. π.Χ., ο βράχος τειχίσθηκε και αποτέλεσε την έδρα του τοπικού ηγεμόνα. Τμήματα αυτού του τείχους, που αναφέρεται συνήθως ως ''κυκλώπειο'', σώζονται αποσπασματικά ανάμεσα στα μεταγενέστερα μνημεία και η πορεία του μπορεί να αποκατασταθεί με σχετική ακρίβεια. Τον 8ο αι. π.Χ. η Ακρόπολη απέκτησε για πρώτη φορά τον αποκλειστικά ιερό της χαρακτήρα με την καθιέρωση της λατρείας της Αθηνάς Πολιάδος. Η θεά είχε το δικό της ναό, στη βορειοανατολική πλευρά του λόφου. Στα μέσα του 6ου αι. π.Χ., την εποχή που τύραννος της Αθήνας ήταν ο Πεισίστρατος, το ιερό απέκτησε μεγάλη αίγλη. Καθιερώθηκαν τα Παναθήναια, η μεγαλύτερη γιορτή των Αθηναίων προς τιμή της θεάς και ιδρύθηκαν τα πρώτα μνημειακά κτήρια και οι ναοί για τη λατρεία της, μεταξύ των οποίων, ο λεγόμενος ''Αρχαίος ναός'' και ο Εκατόμπεδος, πρόδρομος του Παρθενώνα. Τότε κατασκευάσθηκε το ιερό της Βραυρωνίας Αρτέμιδος και έγινε η πρώτη προσπάθεια για τη διαμόρφωση μνημειακού προπύλου του χώρου. Οι πιστοί αφιέρωναν στο ιερό πολυάριθμα και πλούσια αναθήματα, όπως ήταν οι μαρμάρινες κόρες και οι ιππείς, τα χάλκινα και πήλινα αγαλμάτια και τα αγγεία, πολλά από τα οποία συνοδεύονταν από επιγραφές, που βεβαιώνουν τη σημασία που είχε η λατρεία της Αθηνάς κατά την αρχαϊκή περίοδο. Μετά τη νίκη εναντίον των Περσών στο Μαραθώνα, το 490 π.Χ., οι Αθηναίοι επιχείρησαν να κτίσουν ένα πολύ μεγαλύτερο ναό στη θέση του Παρθενώνα, γνωστό ως Προπαρθενώνα. Αυτός ο ναός δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, γιατί το 480 π.Χ., οι Πέρσες εισέβαλαν στην Αττική, λεηλάτησαν την Ακρόπολη και πυρπόλησαν τα μνημεία. Μετά την αποχώρηση των εχθρών, οι Αθηναίοι ενταφίασαν το γλυπτό διάκοσμο των κατεστραμμένων ναών καθώς και όσα αναθήματα είχαν διασωθεί, γεμίζοντας τις φυσικές κοιλότητες του εδάφους και διαμορφώνοντας με αυτό τον τρόπο τεχνητά άνδηρα στο χώρο του ιερού. Η Ακρόπολη οχυρώθηκε με νέο τείχος, αρχικά από το Θεμιστοκλή (στη βόρεια πλευρά) και στη συνέχεια από τον Κίμωνα (στη νότια πλευρά). Μάλιστα, στο βόρειο τμήμα του τείχους ενσωματώθηκαν αρχιτεκτονικά μέλη των κατεστραμμένων ναών, που φαίνονται μέχρι σήμερα από την αρχαία Αγορά και από τη βόρεια πλευρά της πόλης. 

Στα μέσα του 5ου αι. π.Χ., την εποχή που μεταφέρθηκε στην Ακρόπολη η έδρα της Αθηναϊκής Συμμαχίας και η Αθήνα ήταν το σημαντικότερο κέντρο του πνευματικού κόσμου, τέθηκε σε εφαρμογή, με πρωτοβουλία του Περικλή, ένα μεγαλεπίβολο οικοδομικό πρόγραμμα που διήρκεσε όλο το β΄ μισό του 5ου αι. π.Χ. Για την εκτέλεσή του εργάσθηκαν πολλοί άνθρωποι, Αθηναίοι και ξένοι, ελεύθεροι και δούλοι, με ημερομίσθιο μία δραχμή. Τότε οικοδομήθηκαν, με την επίβλεψη των ικανότερων καλλιτεχνών, αρχιτεκτόνων και γλυπτών, τα σημαντικότερα μνημεία που βλέπει σήμερα ο επισκέπτης: ο Παρθενώνας, τα Προπύλαια, το Ερέχθειο και ο ναός της Αθηνάς Νίκης. Οι ναοί στη βόρεια πλευρά και στο κέντρο του βράχου στέγαζαν κυρίως τις αρχαιότερες λατρείες των Αθηναίων και τις λατρείες των Ολυμπίων θεών, ενώ η Αθηνά λατρευόταν πια με όλες τις ιδιότητές της που σχετίζονταν με την πόλη, ως Πολιάς, προστάτιδα της πόλης, ως Παρθένος, Παλλάς, Πρόμαχος, θεά του πολέμου, Εργάνη, θεά της χειρωνακτικής εργασίας, και ως Νίκη. Μετά το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου, το 404 π.Χ., και έως τον 1ο αι. π.Χ., πάνω στον ιερό βράχο της Ακρόπολης δεν οικοδομήθηκαν άλλα σημαντικά μνημεία. Το 27 π.Χ., στα ανατολικά του Παρθενώνα κτίσθηκε μικρός ναός αφιερωμένος στο Ρωμαίο αυτοκράτορα Αύγουστο και στη Ρώμη. Είναι χαρακτηριστικό ότι, ενώ κατά τη ρωμαϊκή περίοδο σε άλλα ελληνικά ιερά έγιναν σοβαρές λεηλασίες και καταστροφές, η Ακρόπολη διατήρησε την παλαιά της αίγλη και εξακολούθησε να συγκεντρώνει τα πλούσια αφιερώματα των πιστών. Η τελευταία επέμβαση στο χώρο έγινε μετά την επιδρομή των Ερούλων τον 3ο αι. μ.Χ., οπότε κατασκευάσθηκε οχυρωματικό τείχος με δύο πύλες στη δυτική πλευρά, από τις οποίες η μία, η δυτική, σώζεται μέχρι σήμερα και είναι γνωστή με το όνομα Beule, από το όνομα του Γάλλου αρχαιολόγου που έκανε έρευνες στο χώρο το 19ο αιώνα. 

Στους επόμενους αιώνες τα μνημεία της Ακρόπολης υπέστησαν σοβαρές βλάβες από φυσικά αίτια ή από ανθρώπινες επεμβάσεις. Με την επικράτηση του χριστιανισμού και ιδιαίτερα από τον 6ο αι. μ.Χ., τα μνημεία μετατράπηκαν σε χριστιανικές εκκλησίες. Ο Παρθενώνας αφιερώθηκε στην Παρθένο Μαρία, που στη συνέχεια ονομάσθηκε Παναγιά η Αθηνιώτισσα, ενώ στα τέλη του 11ου αιώνα αποτέλεσε τη μητρόπολη της Αθήνας. Το Ερέχθειο είχε μετατραπεί σε ναό του Σωτήρος ή της Θεοτόκου, ο ναός της Αθηνάς Νίκης σε εκκλησάκι και τα Προπύλαια σε επισκοπική κατοικία. Ο βράχος της Ακρόπολης αποτελούσε το φρούριο της πόλης. Κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας (1204-1456), τα Προπύλαια μετατράπηκαν σε ανάκτορο των Φράγκων ηγεμόνων, ενώ στην Τουρκοκρατία (1456-1833) η Ακρόπολη και πάλι έγινε το φρούριο της πόλης, όπου κατοικούσε ο Τούρκος φρούραρχος. Το 1687, κατά τη διάρκεια του Β΄ Ενετοτουρκικού πολέμου, ο λόφος πολιορκήθηκε από τον Φ. Μοροζίνι και στις 26 Σεπτεμβρίου 1687, μία βόμβα των Ενετών ανατίναξε τον Παρθενώνα που είχε μετατραπεί σε πυριτιδαποθήκη. Η επόμενη σοβαρή καταστροφή στα μνημεία σημειώθηκε μεταξύ των ετών 1801-1802, με τη διαρπαγή του γλυπτού διάκοσμου του Παρθενώνα από το λόρδο Έλγιν και την αφαίρεση γλυπτών από το ναό της Αθηνάς Νίκης και το Ερέχθειο. Η Ακρόπολη πέρασε οριστικά στην κυριαρχία των Ελλήνων το 1822 και πρώτος φρούραρχός της ορίσθηκε ο Οδυσσέας Ανδρούτσος. 

Μετά την απελευθέρωση, τα μνημεία της Ακρόπολης τέθηκαν υπό τη μέριμνα του νέου ελληνικού κράτους. Οι πρώτες ανασκαφές στο βράχο έγιναν ανάμεσα στα έτη 1835 και 1837. Η μεγάλη συστηματική ανασκαφή της Ακρόπολης διεξήχθη το διάστημα 1885-1890 από τον Παναγιώτη Καββαδία, ενώ στις αρχές του 20ού αιώνα έγιναν οι πρώτες εκτεταμένες αναστηλωτικές εργασίες από τον Ν. Μπαλάνο. Το 1975 συστάθηκε η Επιτροπή Συντήρησης Μνημείων Ακροπόλεως που έχει ως στόχο τη μελέτη και τη διεξαγωγή μεγάλης κλίμακας στερεωτικών και αναστηλωτικών έργων, που συνεχίζονται μέχρι σήμερα σε συνεργασία με την Υπηρεσία Αναστήλωσης Μνημείων Ακροπόλεως και την Α΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων του Υπουργείου Πολιτισμού.

Ο λόφος της Ακρόπολης είναι φυσικά οχυρός και απρόσιτος από όλες του τις πλευρές, εκτός από τη δυτική. Εδώ ήταν αρχικά η κύρια πρόσβαση στη μυκηναϊκή ακρόπολη, έπειτα η είσοδος στο ιερό και εδώ βρίσκεται σήμερα η είσοδος στον αρχαιολογικό χώρο. Ο βράχος προστατεύθηκε με τείχη ήδη από τη μυκηναϊκή εποχή και ίχνη αυτής της οχύρωσης είναι ορατά κυρίως στα νοτιοανατολικά των Προπυλαίων. Τα τείχη που φαίνονται σήμερα στην περιφέρεια του λόφου κτίσθηκαν μετά τα Περσικά, το βόρειο από το Θεμιστοκλή και το νότιο από τον Κίμωνα, στο α΄ μισό του 5ου αι. π.Χ., αλλά είναι ορατές και επεμβάσεις που δέχθηκαν στην εποχή του Περικλή, καθώς και στους μεταγενέστερους αιώνες, όταν η Ακρόπολη χρησιμοποιήθηκε ως ο κύριος χώρος άμυνας της πόλης. 

Η είσοδος στον Ιερό Βράχο γίνεται είτε από την πύλη Beule, τη μία από τις δύο πύλες που κατασκευάσθηκαν μετά την επιδρομή των Ερούλων, τον 3ο αι. μ.Χ., είτε από μικρή είσοδο κάτω από τον πύργο του ναού της Αθηνάς Νίκης. Από εκεί ο επισκέπτης αντικρύζει τη δυτική πλευρά των Προπυλαίων, της μνημειώδους εισόδου στο ιερό κατά την κλασική εποχή, έργο του αρχιτέκτονα Μνησικλή. Ο ναός της Αθηνάς Νίκης, που δεσπόζει επάνω στον πύργο στη νότια πλευρά των Προπυλαίων, κτίσθηκε γύρω στο 420 π.Χ. σε σχέδια του αρχιτέκτονα Καλλικράτη. Κοντά στον πύργο του ναού πρέπει να βρισκόταν το ιερό της Πανδήμου Αφροδίτης, από το οποίο σώζεται τμήμα του επιστυλίου. Μπροστά από τη βόρεια πτέρυγα των Προπυλαίων στέκεται ψηλό ορθογώνιο βάθρο, γνωστό ως βάθρο του Αγρίππα, επειδή επάνω του ήταν στημένο το αφιέρωμα του δήμου των Αθηναίων προς το Μάρκο Αγρίππα, γαμπρό του Αυγούστου. 

Διά μέσου των Προπυλαίων φθάνει κανείς στον κυρίως ιερό χώρο της Ακρόπολης, στην κορυφή του λόφου. Εδώ βρίσκονται συγκεντρωμένα τα αριστουργήματα της αρχαίας ελληνικής αρχιτεκτονικής, που οικοδομήθηκαν κυρίως κατά τη διάρκεια του 5ου αι. π.Χ., με πρωτοβουλία του Περικλή. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει ο Παρθενώνας, το κορυφαίο μνημείο του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, που ήταν αφιερωμένο στην Αθηνά Παρθένο και οικοδομήθηκε στο πλαίσιο του προγράμματος του Περικλή, αντικαθιστώντας δύο παλαιότερους ναούς αφιερωμένους στη θεά. Ανάμεσα στα Προπύλαια και στον Παρθενώνα, κατά μήκος του νότιου τείχους, διακρίνονται λαξευμένα στο βράχο τα ίχνη από δύο κτήρια του 5ου αι. π.Χ., του Βραυρωνίου, ιερού αφιερωμένου στη Βραυρώνια Αρτέμιδα και της Χαλκοθήκης, κτηρίου όπου φυλάσσονταν τα χάλκινα αφιερώματα. Στα ανατολικά του Παρθενώνα σώζεται ένας μικρός κυκλικός ναός που χρονολογείται γύρω στο 27 π.Χ., αφιερωμένος στον Αύγουστο και στη Ρώμη. Στο ψηλότερο σημείο του βράχου, στην ανατολική πλευρά του λόφου, διακρίνονται λαξεύματα που ανήκαν στο ιερό του Διός Πολιέως, ενώ στη θέση του σημερινού μουσείου υπήρχε ιερό αφιερωμένο στον τοπικό ήρωα Πανδίονα. Στη βόρεια πλευρά του λόφου βρίσκεται το Ερέχθειο με τη γνωστή πρόσταση των Καρυάτιδων, ναός ιωνικού ρυθμού, όπου λατρευόταν η Αθηνά και ο Ποσειδώνας-Ερεχθέας. Κατά μήκος του νότιου τοίχου του Ερεχθείου σώζονται τα θεμέλια του ''Αρχαίου ναού'', δωρικού ναού αφιερωμένου στην Αθηνά Πολιάδα, που οικοδομήθηκε τον 6ο αι. π.Χ., καταστράφηκε από τους Πέρσες το 480 π.Χ., επισκευάσθηκε και στη συνέχεια κάηκε γύρω στο 406 π.Χ. Βορειοδυτικά του Ερεχθείου, κατά μήκος του βόρειου τείχους της Ακρόπολης, βρισκόταν το Αρρηφόριο, μικρό τετράγωνο κτίσμα, όπου έμεναν οι Αρρηφόροι, νεαρές κοπέλες που ύφαιναν τον πέπλο της θεάς για τη γιορτή των Παναθηναίων και λάμβαναν μέρος σε μυστηριακές τελετές. 

Ο Ιερός Βράχος ήταν αφιερωμένος στη θεά Αθηνά, ωστόσο, στις πλαγιές του υπήρχαν χώροι λατρείας και για άλλους θεούς. Στη βόρεια, απόκρημνη πλευρά του, υπήρχαν σπηλαιώδη ανοίγματα, που χρησιμοποιήθηκαν ως ιερά. Ήταν προσβάσιμα από τον ''περίπατο'', στενό δρόμο μήκους περίπου ενός χιλιομέτρου, που ακολουθούσε την περιφέρεια του βράχου και οδηγούσε στη νότια κλιτύ της Ακρόπολης, όπου επίσης υπήρχαν σημαντικοί ιεροί χώροι και άλλα αξιόλογα μνημεία.

Τα Μνημεία του Χώρου:

1. Ο Παρθενώνας

Ο ναός που οι Αθηναίοι αφιέρωσαν στην προστάτιδα της πόλης τους, Αθηνά Παρθένο, είναι το λαμπρότερο δημιούργημα της αθηναϊκής δημοκρατίας στην περίοδο της μεγάλης ακμής της και το αρτιότερο ως προς τη σύνθεση και την εκτέλεση από τα οικοδομήματα του Ιερού Βράχου. Κτίσθηκε κατά τα έτη 447-438 π.Χ., στο πλαίσιο του ευρύτερου οικοδομικού προγράμματος που συντελέσθηκε στην Ακρόπολη με πρωτοβουλία του Περικλή, και πάνω στη θέση παλαιότερων ναών αφιερωμένων στην Αθηνά. Ο Περίκλειος Παρθενών (Παρθενών ΙΙΙ) διαδέχθηκε έναν προηγούμενο ναό, το μαρμάρινο Προπαρθενώνα (Παρθενών ΙΙ), που άρχισε να κτίζεται μετά τη νίκη στο Μαραθώνα, περίπου το 490 π.Χ., αλλά δεν ολοκληρώθηκε ποτέ γιατί καταστράφηκε το 480 π.Χ. από τους Πέρσες. Αυτός με τη σειρά του είχε οικοδομηθεί στη θέση παλαιοτέρου ναού, του πρωταρχικού Παρθενώνα (Παρθενών Ι), που κτίσθηκε γύρω στο 570 π.Χ. Σήμερα ο επισκέπτης μπορεί να θαυμάσει το μαρμάρινο Παρθενώνα των χρόνων του Περικλή, σχεδιασμένο από τον Ικτίνο με συνεργάτη τον Καλλικράτη. Την ευθύνη του γλυπτού διακόσμου και του χρυσελεφάντινου αγάλματος της Αθηνάς, που βρισκόταν στο εσωτερικό του, καθώς και όλου του οικοδομικού προγράμματος του ναού, είχε ο διάσημος γλύπτης Φειδίας. 

Πρόκειται για περίπτερο διπλό δωρικό ναό, που παρουσιάζει πολλά πρωτότυπα και μοναδικά στοιχεία στον αρχιτεκτονικό του σχεδιασμό. Έχει κυρίως ναό, ένα οπίσθιο διαμέρισμα στα δυτικά, πρόσταση στη δυτική και στην ανατολική πλευρά, και πτερό με 8 κίονες στη στενή πλευρά και 17 στη μακριά. Η διάμετρός τους ήταν ίδια με αυτή των κιόνων του Παρθενώνα ΙΙ, ώστε να αξιοποιηθούν τα μάρμαρα που είχαν ετοιμασθεί για εκείνους. Για την κατασκευή του ναού χρειάσθηκε να διαπλατυνθεί η στενή πλευρά του, αλλά χωρίς να απαιτηθούν μεγαλύτεροι κίονες. Το εσωτερικό του εκφράζει μία πρωτοποριακή αντίληψη, που συνδυάζει παλαιότερα και νέα στοιχεία: στο σηκό, όπου έμπαινε κανείς από τα ανατολικά, υπήρχε δίτονη δωρική κιονοστοιχία σε σχήμα Π και στο βάθος του ήταν τοποθετημένο το χρυσελεφάντινο άγαλμα της Αθηνάς Παρθένου, που παριστανόταν πάνοπλη, φέρνοντας με το δεξί της χέρι τη Νίκη στους Αθηναίους. Στο δυτικό διαμέρισμα, όπου φυλασσόταν ο θησαυρός της πόλης, τοποθετήθηκαν τέσσερις ιωνικοί κίονες. Η στέγη του ναού ήταν δίρριχτη, καλυμμένη με μαρμάρινα κεραμίδια. Στις άκρες των μακρών πλευρών της υπήρχαν μαρμάρινα ακροκέραμα σε σχήμα ανθεμίου και στις τέσσερις γωνίες μαρμάρινες ψευδοϋδρορρόες σε σχήμα λεοντοκεφαλών. Στις γωνίες των αετωμάτων είχαν τοποθετηθεί αγάλματα ως ακρωτήρια και στην κορυφή τους περίτεχνα μαρμάρινα ανθέμια μεγάλου μεγέθους. Τα αετώματα του ναού κοσμούνται με γλυπτές συνθέσεις εμπνευσμένες από τη ζωή της θεάς Αθηνάς. Στο ανατολικό εικονίζεται η γέννηση της θεάς από το κεφάλι του πατέρα της Δία με την παρουσία όλων των θεών του Ολύμπου και στο δυτικό η διαμάχη της Αθηνάς και του Ποσειδώνα για την κηδεμονία της πόλης των Αθηνών, με την παρουσία θεών, μυθικών βασιλέων και ηρώων της Αττικής. Οι 92 μετόπες, που εναλλάσσονται με τα τρίγλυφα, είναι τοποθετημένες πάνω από το επιστύλιο της εξωτερικής κιονοστοιχίας του ναού και κάτω από το γείσο. Είναι διακοσμημένες με ανάγλυφες παραστάσεις, τα παλαιότερα από τα αρχιτεκτονικά γλυπτά του Παρθενώνα. Τα θέματα που απεικονίζουν προέρχονται από την ελληνική μυθολογία και αναπαριστούν μυθικές μάχες: στην ανατολική πλευρά παριστάνεται η Γιγαντομαχία, στη βόρεια ο Τρωικός πόλεμος, στη δυτική η Αμαζονομαχία και στη νότια η Κενταυρομαχία. Η ζωφόρος, ένα ακόμη ιωνικό στοιχείο που συνδυάζεται με το δωρικό ρυθμό, περιέτρεχε το επάνω μέρος του σηκού και των προστάσεων του ναού και το θέμα της διακόσμησής της ήταν η μεγαλοπρεπής πομπή των Παναθηναίων, της σημαντικότερης γιορτής των Αθηναίων προς τιμήν της θεάς Αθηνάς. 

Ο Παρθενώνας διατήρησε αυτή τη μορφή μέχρι τον 5ο αι. μ.Χ., οπότε μετατράπηκε σε ναό αφιερωμένο αρχικά στην Αγία Σοφία και αργότερα στην Παναγία, ενώ στα χρόνια της Τουρκοκρατίας έγινε τζαμί. Το 1687, κατά την πολιορκία της Ακρόπολης από τον Μοροζίνι, ο Παρθενώνας ανατινάχθηκε από μία βόμβα των Ενετών και μεγάλο μέρος του κατέρρευσε, ενώ σοβαρές ζημιές υπέστη και στις αρχές του 19ου αιώνα, με τη διαρπαγή και λεηλασία του γλυπτού διάκοσμου του από το λόρδο Έλγιν, που είχε ως αποτέλεσμα μεγάλο μέρος των γλυπτών να βρίσκεται σήμερα στο Βρετανικό Μουσείο. Οι πρώτες προσπάθειες για τη συντήρηση και αναστήλωση του Παρθενώνα σημειώθηκαν ήδη από το 1896-1900 και το 1922-1933 πραγματοποιήθηκε το δεύτερο πρόγραμμα αναστήλωσής του. Σήμερα βρίσκονται σε εξέλιξη έργα συντήρησης και αποκατάστασης του μνημείου, στο πλαίσιο του ευρύτερου αναστηλωτικού προγράμματος που πραγματοποιείται στην Ακρόπολη από το 1975 από την Υπηρεσία Αναστήλωσης Μνημείων Ακροπόλεως σε συνεργασία με την Α΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, υπό την επίβλεψη της Επιτροπής Συντήρησης Μνημείων Ακροπόλεως.

2. Το Ερέχθειο

Το Ερέχθειο, κομψό οικοδόμημα με ιδιαίτερο χαρακτήρα και αρχιτεκτονική μορφή, βρίσκεται στη βόρεια πλευρά του βράχου της Ακρόπολης. Οικοδομήθηκε μεταξύ των ετών 421-406 π.Χ., αντικαθιστώντας τον πρωιμότερο ναό, που βρισκόταν λίγο πιο νότια και ήταν αφιερωμένος στην Αθηνά Πολιάδα, το λεγόμενο ''Αρχαίο ναό''. Ο ναός αναφέρεται ως ''Ερέχθειο'' μόνο από τον Παυσανία (1.26.5) και η ονομασία αυτή σχετίζεται με το μυθικό βασιλιά των Αθηνών Ερεχθέα, που λατρευόταν αρχικά στη θέση αυτή. Από άλλες πηγές το οικοδόμημα συνήθως αναφέρεται απλώς ως ''ναός'' ή ''αρχαίος ναός''. Η ιδιόρρυθμη μορφή του οφείλεται εν μέρει στη διαμόρφωση του εδάφους, που είναι κατά 3 μ. ψηλότερο στο ανατολικό μέρος, αλλά και στις δύο κύριες λατρείες, που έπρεπε να στεγάσει σε δύο διαφορετικούς χώρους. Ο πρώτος ήταν αφιερωμένος στην Αθηνά Πολιάδα και καταλαμβάνει το ανατολικό τμήμα του κτηρίου, ενώ στο δυτικό τμήμα, που βρισκόταν σε χαμηλότερο επίπεδο, λατρευόταν ο Ποσειδώνας-Ερεχθέας και υπήρχαν βωμοί του Ηφαίστου και του Βούτου, αδελφού του Ερεχθέα. Εδώ κατοικούσε, σύμφωνα με το μύθο, και ο οικουρός όφις, το ιερό φίδι της Αθηνάς. Παράλληλα, στον ίδιο χώρο υπήρχαν και ορισμένα ιερά σημεία, που έπρεπε να προστατευθούν από το κτήριο, όπως ο τάφος του Κέκροπα και τα ίχνη που θύμιζαν την έριδα της Αθηνάς και του Ποσειδώνα για την κηδεμονία της πόλης. 

Το οικοδόμημα έχει κατασκευασθεί από πεντελικό μάρμαρο, ενώ για τη ζωφόρο του χρησιμοποιήθηκε γκρίζα ελευσινιακή πέτρα και για τα θεμέλια πειραϊκός ακτίτης. Στην πρόσοψη του ανατολικού τμήματος υψώνεται εξάστυλη ιωνική στοά, από όπου ήταν και η είσοδος, με δύο παράθυρα εκατέρωθεν. Στο εσωτερικό του ναού αυτού φυλασσόταν το ξόανο, το άγαλμα της Αθηνάς, φτιαγμένο από ξύλο ελιάς, το οποίο έντυναν με τον πέπλο οι Αρρηφόροι κατά τη διάρκεια της γιορτής των Παναθηναίων. Στο δυτικό τμήμα, που βρισκόταν σε χαμηλότερο επίπεδο, η είσοδος γινόταν από ένα πρόπυλο σε σχήμα Π, στη βόρεια πλευρά, με τέσσερις ιωνικούς κίονες στην πρόσοψη και από έναν σε κάθε πλευρά. Στο πλακόστρωτο της στοάς που σχηματίζει το πρόπυλο υπάρχουν, σύμφωνα με την παράδοση, τα ίχνη της τρίαινας με την οποία ο Ποσειδώνας χτύπησε τη γη και έκανε να αναβλύσει η πηγή με το αλμυρό νερό. Το δάπεδο του ναού ήταν μαρμάρινο και από κάτω, σύμφωνα πάντα με την παράδοση, υπήρχε η ''Ερεχθηίς θάλασσα'', όπου κατέληγαν τα νερά της αλμυρής πηγής του Ποσειδώνα. Μία μικρή πόρτα στο δυτικό τοίχο του ναού οδηγούσε στο ιερό της Πανδρόσου, στα δυτικά του Ερεχθείου. Η δυτική πλευρά εξωτερικά είχε τέσσερις ιωνικούς κίονες επάνω σε ψηλό στυλοβάτη, οι οποίοι ενώνονταν με χαμηλό τοίχο και κιγκλιδώματα. Μία άλλη πόρτα, τέλος, στο νότιο τοίχο του ναού αυτού, οδηγούσε μέσω μίας σκάλας στην πρόσταση των Καρυάτιδων. Αυτή είναι μικρή στοά σχήματος Π, όπου τη θέση των κιόνων καταλαμβάνουν έξι αγάλματα κορών, που στηρίζουν με το κεφάλι τους την οροφή της. Ονομάσθηκαν Καρυάτιδες μεταγενέστερα, επειδή σχετίσθηκαν με τις κοπέλες από τις Καρυές της Λακωνίας, που χόρευαν ένα χορό προς τιμήν της θεάς Αρτέμιδος. Φιλοτεχνήθηκαν από το γλύπτη Αλκαμένη ή, σύμφωνα με άλλους, από το γλύπτη Καλλίμαχο. Τα πέντε αγάλματα των Καρυάτιδων βρίσκονται σήμερα στο Μουσείο Ακροπόλεως και το έκτο στο Βρετανικό Μουσείο, ενώ στη θέση τους έχουν τοποθετηθεί αντίγραφα από χυτό υλικό. Όλο το οικοδόμημα διακοσμούσε μία ζωφόρος, όπου πιθανόν απεικονίζονταν σκηνές σχετικές με τους μυθικούς βασιλείς της Αθήνας. 

Τον 1ο αι. π.Χ. το μνημείο κάηκε κατά τη διάρκεια βαρβαρικών επιδρομών και υπέστη μικρές επισκευές και τροποποιήσεις. Κατά τους πρώιμους χριστιανικούς χρόνους μετατράπηκε σε εκκλησία της Θεομήτορος, την εποχή της Φραγκοκρατίας (1204-1456) χρησιμοποιήθηκε ως παλάτι και κατά την Τουρκοκρατία (1456-1833) φιλοξένησε το χαρέμι του Τούρκου φρούραρχου. Στις αρχές του 19ου αιώνα, μία από τις Καρυάτιδες και ένας κίονας αποσπάσθηκαν κατά τη διάρκεια της διαρπαγής των μαρμάρων του Παρθενώνα από το λόρδο Έλγιν, ενώ λίγο αργότερα, το 1827, στη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα των Ελλήνων, το κτήριο ανατινάχθηκε από τουρκική οβίδα. Προσπάθειες για την αποκατάσταση του μνημείου έγιναν αμέσως μετά την απελευθέρωση. Το Ερέχθειο είναι το πρώτο από τα μνημεία της Ακρόπολης, του οποίου ολοκληρώθηκε η αναστήλωση κατά τη διάρκεια των ετών 1979-1987, στο πλαίσιο των αναστηλωτικών εργασιών που εκτελούνται στο χώρο της Ακρόπολης. Η αναστήλωση αυτή βραβεύθηκε από την Europa Nostra.

3. Τα Προπύλαια

Τα Προπύλαια της Ακρόπολης των Αθηνών κτίσθηκαν στη δυτική πλευρά του βράχου, στη θέση όπου τοποθετείται και η πύλη του οχυρού της μυκηναϊκής ακρόπολης. Γύρω στα μέσα του 6ου αι. π.Χ., την εποχή των Πεισιστρατιδών, και ενώ ο χώρος είχε ήδη διαμορφωθεί σε ιερό αφιερωμένο στη θεά Αθηνά, κτίσθηκε το πρώτο πρόπυλο. Ένα νέο πρόπυλο κατασκευάσθηκε μεταξύ των ετών 510-480 π.Χ., αλλά καταστράφηκε από τους Πέρσες το 480 π.Χ. Μετά τα Περσικά επισκευάσθηκε ή ξαναοικοδομήθηκε κατά τη διάρκεια της εφαρμογής του προγράμματος τειχισμού της Ακρόπολης, από το Θεμιστοκλή και τον Κίμωνα. Τα μνημειώδη Προπύλαια των κλασικών χρόνων, που βλέπει σήμερα ο επισκέπτης, αποτελούν μέρος του μεγαλεπίβολου οικοδομικού προγράμματος που συντελέσθηκε στην Ακρόπολη από τον Περικλή. Κτίσθηκαν μεταξύ των ετών 437-432 π.Χ., μετά την ολοκλήρωση του Παρθενώνα, σε σχέδια του αρχιτέκτονα Μνησικλή. Το αρχικό σχέδιο του οικοδομήματος ήταν πρωτοποριακό από αρχιτεκτονική και καλλιτεχνική άποψη, αλλά δεν ολοκληρώθηκε ποτέ στο σύνολό του. 

Το οικοδόμημα έχει κατασκευασθεί κυρίως από πεντελικό μάρμαρο και χωρίζεται σε τρία τμήματα. Το κεντρικό ορθογώνιο τμήμα είναι το κυρίως πρόπυλο. Στην ανατολική και δυτική όψη έχει δύο εξάστυλες στοές δωρικού ρυθμού, μεταξύ των οποίων παρεμβάλλεται εγκάρσιος τοίχος με πέντε θύρες. Η δίοδος προς την Ακρόπολη γινόταν από την κεντρική θύρα, που πλαισιώνεται, μεταξύ της δυτικής στοάς και του εγκάρσιου τοίχου, από τρεις κίονες ιωνικού ρυθμού σε κάθε πλευρά. Το κεντρικό οικοδόμημα ακολουθούσε την ανωφέρεια του εδάφους και η ανατολική στοά βρισκόταν ψηλότερα από τη δυτική, το ίδιο και η αετωματική στέγη, ενώ τα δύο πλευρικά οικοδομήματα ήταν χαμηλότερα. Το πρόβλημα της ανωφέρειας του εδάφους αντιμετωπιζόταν και στο εσωτερικό του κτηρίου, με βαθμίδες που υπήρχαν στην πρόσοψη και στον εγκάρσιο τοίχο. Η βόρεια πτέρυγα των Προπυλαίων αποτελείται από ένα δωμάτιο, γνωστό από την περιγραφή του περιηγητή Παυσανία ως Πινακοθήκη (1.22.6), επειδή η αίθουσα ήταν κοσμημένη με ζωγραφικούς πίνακες, ανάμεσα στους οποίους και έργα των ζωγράφων Πολυγνώτου και Αγλαοφώντος. Μπροστά του έχει μία μικρή δωρική στοά από τρεις κίονες και η είσοδος σε αυτό γινόταν από πόρτα που πλαισιώνεται από δύο παράθυρα. Σύμφωνα με ορισμένους μελετητές, η αίθουσα αυτή ήταν χώρος ανάπαυσης ή εστιάσεων των επισκεπτών της Ακρόπολης και στο εσωτερικό της πιθανολογείται ότι υπήρχαν κλίνες. Η νότια πτέρυγα των Προπυλαίων αρχικά φαίνεται να σχεδιάσθηκε όμοια με τη βόρεια, η ύπαρξη, όμως, του προγενέστερου ιερού της Νίκης ανάγκασε τον αρχιτέκτονα να μην υλοποιήσει το αρχικό σχέδιο. Για το λόγο αυτό κατασκευάσθηκε μόνο μία στοά, σε αντιστοιχία με τη βόρεια, αποτελούμενη από τρεις κίονες. Από τη δυτική πλευρά της ήταν δυνατή η πρόσβαση στο ναό της Αθηνάς Νίκης. Το αρχικό σχέδιο του οικοδομήματος φαίνεται ότι προέβλεπε την κατασκευή πλευρικών δωματίων και στην ανατολική πλευρά, αυτά, όμως, δεν κατασκευάσθηκαν ποτέ. 

Η μορφή των Προπυλαίων παρέμεινε ίδια μέχρι την παλαιοχριστιανική περίοδο (4oς-7ος αι. μ.Χ.), οπότε η νότια πτέρυγα μετατράπηκε σε εκκλησία, ενώ τον 10ο αιώνα το κεντρικό τμήμα επίσης λειτούργησε ως εκκλησία αφιερωμένη στους Ταξιάρχες. Κατά τη διάρκεια της Φραγκοκρατίας (13-14ος αι.) τα Προπύλαια αποτέλεσαν την κατοικία του Φράγκου ηγεμόνα, και την ίδια εποχή, για την ενίσχυση της οχύρωσης της Ακρόπολης, στη δεξιά πτέρυγα του οικοδομήματος κατασκευάσθηκε ο πύργος, ο γνωστός ως Κουλάς, που δεν υπάρχει σήμερα. Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας (1458-1830) τα Προπύλαια έγιναν η έδρα του Τούρκου φρούραρχου. Το κεντρικό κτήριο χρησιμοποιήθηκε ως πυριτιδαποθήκη, χρήση στην οποία οφείλεται η πρώτη μεγάλη καταστροφή του μνημείου, που ανατινάχθηκε από έκρηξη το 1640. Μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους κατεδαφίστηκαν οι μεσαιωνικές και τουρκικές προσθήκες και έγιναν ανασκαφές στην περιοχή των Προπυλαίων. Αναστηλωτικές επεμβάσεις στο μνημείο πραγματοποιήθηκαν μεταξύ των ετών 1909 και 1917 από το μηχανικό Νικόλαο Μπαλάνο. Το σύγχρονο έργο αποκατάστασης των Προπυλαίων άρχισε το 1982, στο πλαίσιο του ευρύτερου αναστηλωτικού προγράμματος που πραγματοποιείται στην Ακρόπολη από το 1975 από την Υπηρεσία Αναστήλωσης Μνημείων Ακροπόλεως σε συνεργασία με την Α΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, υπό την επίβλεψη της Επιτροπής Συντήρησης Μνημείων Ακροπόλεως.
 
4. Ο Nαός της Αθηνάς Νίκης
 
Ο ναός της Αθηνάς Νίκης βρίσκεται στη νοτιοδυτική πλευρά του Ιερού Βράχου, στη θέση όπου στα μυκηναϊκά χρόνια υπήρχε ο πύργος του τείχους, που προστάτευε την είσοδο στην ακρόπολη. Ο κλασικός ναός κτίστηκε μεταξύ των ετών 426-421 π.Χ. σε σχέδια του αρχιτέκτονα Καλλικράτη και αποτελεί το διάδοχο πρωιμότερων ναών, επίσης αφιερωμένων στην Αθηνά Νίκη. Ο πρώτος χρονολογείται στα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ., ήταν ξύλινος και καταστράφηκε από τους Πέρσες το 480 π.Χ. Στην ίδια περίοδο χρονολογείται και η «εσχάρα», ένας βωμός, που πιθανολογείται ότι ήταν η βάση του αρχαίου ξοάνου της θεάς. Την εποχή του Κίμωνα, γύρω στο 468 π.Χ., κτίστηκε νέος μικρός ναός, από πωρόλιθο, που περιέλαβε τη βάση του ξοάνου, καθώς και ένας νέος βωμός, έξω από το ναΐσκο. Τα θεμέλια των πρωιμότερων βωμών και ναών διασώζονται στο εσωτερικό του πύργου, κάτω από το δάπεδο του ναού της κλασικής περιόδου. Ο περιηγητής Παυσανίας (1, 22, 4) αναφέρει το ναό ως ναό της Απτέρου Νίκης, και παραθέτει την παράδοση σύμφωνα με την οποία η θεά απεικονιζόταν στο λατρευτικό της άγαλμα χωρίς φτερά για να μένει πάντα στην Αθήνα. Εκτός από τη λατρεία της Αθηνάς, στο χώρο υπήρχαν και άλλες παλαιότερες λατρείες. Ήδη από τη μυκηναϊκή εποχή, στη δυτική πλευρά του πύργου υπήρχε μικρό ιερό σε σχήμα διπλής κόγχης, ενώ πριν από την κλασική εποχή στο ανατολικό του τμήμα υπήρχαν τα ιερά των Χαρίτων και της Εκάτης Επιπυργιδίας. Η κατασκευή του κλασικού ναού της Αθηνάς Νίκης εντάσσεται στο μεγάλο οικοδομικό πρόγραμμα που συντελέσθηκε στην Ακρόπολη την εποχή του Περικλή. Σημαντικές πληροφορίες για την οικοδόμησή του μας δίνουν επιγραφικά κείμενα, κυρίως ψηφίσματα του δήμου των Αθηναίων, που αναφέρονται στο έργο αυτό. 

Ο ναός που βλέπουμε σήμερα οικοδομήθηκε στην κορυφή του πύργου, που διαμορφώθηκε κατάλληλα για το λόγο αυτό. Ο παλαιός μυκηναϊκός πύργος επενδύθηκε με επιμελημένα πώρινα τοιχώματα, κτισμένα με το ισοδομικό σύστημα, που έκαναν το σχήμα του μεγαλύτερο και πιο κανονικό και κατέληγαν σε πλούσια επίστεψη. Ο ναός είναι μικρός, ιωνικού ρυθμού, αμφιπρόστυλος, με μία σειρά από τέσσερις μονολιθικούς κίονες σε κάθε στενή πλευρά. Δεν έχει πρόναο, αλλά μόνο μικρό σηκό, του οποίου οι πλαϊνοί τοίχοι καταλήγουν σε παραστάδες, που ανάμεσά τους έχουν δύο πεσσούς. Τα κενά ανάμεσα στις παραστάδες και στους πεσσούς έκλειναν με κιγκλιδώματα, όπως και τα κενά ανάμεσα στις παραστάδες και στους γωνιακούς κίονες, δίνοντας την εντύπωση μικρού προνάου. Πάνω από το επιστύλιο ο ναός φέρει ζωφόρο, που φιλοτεχνήθηκε από τον Αγοράκριτο. Στις τρεις πλευρές της απεικονίζονται σκηνές από μάχες Ελλήνων με Πέρσες και Ελλήνων οπλιτών με άλλους οπλίτες και στην ανατολική πλευρά παρουσιάζονται οι θεοί του Ολύμπου να παρακολουθούν τις μάχες αυτές. Ελάχιστα τμήματα διασώζονται από τα αετώματα. Πιθανολογείται ότι στο δυτικό απεικονιζόταν η Γιγαντομαχία και στο ανατολικό η Αμαζονομαχία. Ο βωμός βρισκόταν ανατολικά, έξω από το ναό. Το 409 π.Χ., στην παρυφή του πύργου κατασκευάσθηκε ένα μαρμάρινο θωράκιο ύψους περίπου 1 μ., για την προστασία των προσκυνητών. Το θωράκιο αυτό αποτελείται από ανάγλυφες πλάκες, στις οποίες απεικονίζονται φτερωτές Νίκες που θυσιάζουν ή οδηγούν ταύρους στη θυσία ή στολίζουν τρόπαια, καθώς και η θεά Αθηνά καθιστή να παρακολουθεί τις σκηνές αυτές. Αρκετές από τις πλάκες των θωρακίων καθώς και τμήματα της ζωφόρου μπορεί να θαυμάσει ο επισκέπτης στο Μουσείο Ακροπόλεως, ενώ άλλα τμήματα της ζωφόρου βρίσκονται στο Βρετανικό Μουσείο. 

Ο ναός διατηρήθηκε για πολλούς αιώνες και τον 5ο αιώνα μ.Χ. μετατράπηκε σε εκκλησία. Την εποχή της Τουρκοκρατίας το εσωτερικό του χρησιμοποιήθηκε ως πυριτιδαποθήκη, αλλά το 1686 μ.Χ., οι Τούρκοι, για να αντιμετωπίσουν τους Βενετούς του Mοροζίνι, τον κατεδάφισαν προκειμένου να χρησιμοποιήσουν το δομικό του υλικό στο κτίσιμο του οχυρωματικού τοίχου, στην πρόσοψη των Προπυλαίων, όπου έκτισαν και έναν υψηλό πύργο, το λεγόμενο Κουλά. Η πρώτη αναστήλωση του ναού διενεργήθηκε μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους, το 1835, ενώ νέες αναστηλωτικές εργασίες πραγματοποιήθηκαν πριν από το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, το διάστημα 1935-1940. Από το 1997, στο πλαίσιο των εργασιών που διενεργεί η Υπηρεσία Αναστήλωσης Μνημείων Ακροπόλεως, ξεκίνησαν εργασίες αναστήλωσης και συντήρησης του μνημείου. Το 1994 δημοσιεύθηκε η μελέτη αποκαταστάσεως του ναού και το 1998 μεταφέρθηκε στο Μουσείο Ακροπόλεως η ζωφόρος του. Από το 2000 εκτελούνται εργασίες αναστήλωσης από την Υπηρεσία Αναστήλωσης Μνημείων Ακροπόλεως σε συνεργασία με την Α΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, υπό την επίβλεψη της Επιτροπής Συντήρησης Μνημείων Ακροπόλεως.
 
5. Τ ο Βραυρώνιο
 
Το Βραυρώνιο βρίσκεται στην εσωτερική πλευρά του νότιου τείχους της Ακρόπολης, αμέσως νότια των Προπυλαίων. Ήταν ιερό αφιερωμένο στη Βραυρωνία Αρτέμιδα, προστάτιδα των επιτόκων και των λεχώνων, και θεωρείται ότι λειτουργούσε ως παράρτημα του μεγάλου ιερού της θεάς που βρίσκεται στη Βραυρώνα της Αττικής. Η ίδρυσή του χρονολογείται στα μέσα του 6ου αι. π.Χ. και αποδίδεται στον τύραννο Πεισίστρατο, ο οποίος καταγόταν από την περιοχή της Βραυρώνας. 

Το κύριο μέρος του ιερού ήταν ήταν μία δωρική στοά σε σχήμα Π, με μήκος περίπου 38 μ. και πλάτος 7 μ. Ήταν ανοικτή προς βορρά με δέκα κίονες στην πρόσοψη, ενώ η νότια, πίσω πλευρά της ακολουθούσε την πορεία του νότιου τείχους του βράχου. Στα άκρα της σχηματίζονταν δύο προεξέχουσες κλειστές πτέρυγες, διαστάσεων περίπου 10 x 7 μ. η καθεμία, όπου φυλάσσονταν οι «θησαυροί». Προς βορρά ο χώρος έκλεινε με περίβολο, στη βορειοανατολική γωνία του οποίου βρισκόταν η είσοδος του ιερού. Κατά τον 5ο αι. π.Χ., πιθανότατα κατά την οικοδόμηση της μνημειακής εισόδου των Προπυλαίων από το Μνησικλή, κατασκευάσθηκε η κλίμακα της εισόδου με τις επτά βαθμίδες, που είναι σήμερα ορατή, καθώς και ο βόρειος τοίχος του περιβόλου. Ο υπαίθριος χώρος που σχηματιζόταν ήταν τριγωνικός και εκεί ήταν τοποθετημένα τα αναθήματα των πιστών. Στο εσωτερικό του ιερού, ίσως σε κάποια από τις πτέρυγες, θα φυλασσόταν το ξύλινο άγαλμα (ξόανο), αφιερωμένο στην Αρτέμιδα, αντίστοιχο με εκείνο που υπήρχε στο ιερό της στη Βραυρώνα. Από τα μέσα του 4ου αι. π.Χ., σύμφωνα με τον Παυσανία, υπήρχε ένα δεύτερο άγαλμα της θεάς, έργο του γλύπτη Πραξιτέλη. Η κεφαλή αυτού του αγάλματος εκτίθεται σήμερα στο Μουσείο Ακροπόλεως. Σε μεταγενέστερη εποχή, πιθανότατα τον 4ο αι. π.Χ., οικοδομήθηκε μπροστά από την ανατολική πτέρυγα της στοάς μια νέα ορθογώνια κατασκευή. Είχε μήκος περίπου 17 μ. και πλάτος ίδιο με την αρχική ανατολική πτέρυγα του ιερού, μαζί με την οποία αποτελούσε το όριο του χώρου προς τα ανατολικά. 

Σήμερα από το μνημείο διακρίνονται μόνο μερικά λαξεύματα στο βράχο, που υποδηλώνουν τη θέση και την πρόσβαση προς το ιερό και ανήκουν κυρίως σε υποδοχές και θεμελιώσεις τοίχων.
 
6. Ο Nαός της Ρώμης και του Αυγούστου
 
Ο ναός της Ρώμης και του Αυγούστου οικοδομήθηκε στα τέλη του 1ου αι. π.Χ., στα ανατολικά του Παρθενώνα ή στα ανατολικά του Ερεχθείου. Σήμερα στα ανατολικά του Παρθενώνα είναι συγκεντρωμένα τα αρχιτεκτονικά μέλη του κτηρίου, που βρέθηκαν εκεί και σε άλλα σημεία της Ακρόπολης. Στη θέση αυτή υπάρχει μία ακανόνιστη θεμελίωση, διαστάσεων περίπου 10,50 x 13 μ., κατασκευασμένη από ορθογώνιους πωρόλιθους, που γενικά ταυτίζεται με το ρωμαϊκό ναό, σύμφωνα με μία άλλη θεωρία, όμως, που στηρίζεται τόσο στην κατασκευή της θεμελίωσης όσο και στις απεικονίσεις της Ακρόπολης σε ρωμαϊκά νομίσματα, ο ναός βρισκόταν στα ανατολικά του Ερεχθείου. 

Όπως μαρτυρεί η επιγραφή που είναι χαραγμένη στο επιστύλιό του, ο ναός αφιερώθηκε από το δήμο των Αθηναίων στη θεά Ρώμη και στον Οκταβιανό Αύγουστο. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Παυσανίας δεν αναφέρει το μνημείο κατά την επίσκεψή του στην Ακρόπολη, ίσως γιατί δεν παρουσίαζε κανένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην εποχή του. Ο μικρός ναός ήταν κυκλικός και μονόπτερος, δηλαδή δεν είχε τοίχο πίσω από την κιονοστοιχία του, την οποία αποτελούσαν εννέα ιωνικοί κίονες. Η ανωδομή του ήταν εξ ολοκλήρου από λευκό μάρμαρο και η στέγη του ήταν κωνική. Οι κίονές του μιμούνται αυτούς του Ερεχθείου, γεγονός που έχει οδηγήσει τους ερευνητές στο συμπέρασμα ότι ο αρχιτέκτονας που το έκτισε ήταν ο ίδιος που έκανε τις επιδιορθώσεις στο Ερέχθειο μετά την καταστροφή του από φωτιά.
 

7. Το Mνημείο του Αγρίππα

 
Το μνημείο του Αγρίππα υψώνεται στα δυτικά των Προπυλαίων της Ακρόπολης, ακριβώς απέναντι από τη βόρεια πτέρυγα και την «Πινακοθήκη», και περίπου φθάνει σε ύψος τον πύργο του ναού της Αθηνάς Νίκης, που βρίσκεται στα νότιά του. Κατασκευάσθηκε αρχικά προς τιμήν του βασιλιά Ευμένη Β΄ της Περγάμου, το 178 π.Χ., ύστερα από τη νίκη του στους Παναθηναϊκούς αγώνες. Στο επάνω μέρος του υπήρχε χάλκινο τέθριππο, στο οποίο απεικονίζονταν ως ηνίοχοι ο ίδιος ο Ευμένης και ο αδελφός του, Άτταλος. Στη συνέχεια, γύρω στο 27 π.Χ., το τέθριππο αυτό αντικαταστάθηκε από άλλο, που αναρτήθηκε από το δήμο των Αθηναίων προς τιμήν του Μάρκου Αγρίππα, γαμπρού του Αυγούστου, με αφορμή την ανέγερση στην Αγορά του ωδείου, που πρόσεφερε ο Αγρίππας στην Αθήνα. Στη δυτική πλευρά του βάθρου υπάρχει ακόμα η επιγραφή: [Ο δη]μος Μ[αρκον] Αγρίππα[ν] | Λε[υκίου] υιόν | τρίς ύ[πατ]ον τον [ε]α[τ]ου | ε[υερ]γέτη[ν]. Κάτω από αυτή την επιγραφή διακρίνονται τα ίχνη παλαιότερης, η οποία προφανώς συνδεόταν με το τέθριππο του Ευμένη και σβήστηκε προκειμένου να χαρχθεί η νέα. 

Από το μνημείο σήμερα σώζεται μόνο το βάθρο, κατασκευασμένο από γκριζογάλανο μάρμαρο Υμηττού και από λευκό πεντελικό μάραμαρο στη βάση και στην επίστεψή του. Είναι ορθογώνιο και κτισμένο κατά το ψευδοϊσόδομο σύστημα, που ήταν ιδιαίτερα αγαπητό στην ελληνιστική εποχή. Έχει ορθογώνια βαθμιδωτή θεμελίωση, διαστάσεων 3,31 x 3,80 μ., με ύψος 4,50 μ., κατασκευασμένη από κροκαλοπαγείς λίθους και πωρόλιθους και επάνω της πατά το βάθρο, που έχει ύψος 8,91 μ. και στενεύει ελαφρά προς την κορυφή του. Η μορφή του θυμίζει έντονα τα βάθρα άλλων μνημείων, επίσης ελληνιστικής εποχής, που είχαν αφιερωθεί σε μεγάλα ιερά, και κυρίως σε αυτό των Δελφών.

 

8. Η Πύλη Beule

Η πύλη Beule βρίσκεται στη δυτική πλευρά του βράχου της Ακρόπολης, δυτικά των Προπυλαίων και αποτελεί σήμερα την κύρια είσοδο στον αρχαιολογικό χώρο. Οικοδομήθηκε στα μέσα του 3ου αι. μ.Χ., πιθανότατα μετά την καταστρεπτική επιδρομή των Ερούλων το 267 μ.Χ., στο πλαίσιο ενίσχυσης της οχύρωσης της Ακρόπολης προκειμένου να προφυλαχθεί ο ιερός χώρος από άλλες επιδρομές. Τότε στην περιοχή δυτικά των Προπυλαίων κατασκευάσθηκε ισχυρό τείχος και δύο πύλες, μία κάτω από τον πύργο της Αθηνάς Νίκης και μία στα δυτικά, που πήρε το όνομα ''πύλη Beule'' από το Γάλλο αρχαιολόγο που πραγματοποίησε τις έρευνες στο χώρο το 1852. 

Η πύλη πλαισιώνεται από δύο ορθογώνιους πύργους, ένα στα βόρεια και ένα στα νότια. Για την κατασκευή της πύλης και των πύργων χρησιμοποιήθηκε οικοδομικό υλικό από παλαιότερα κτίσματα και κυρίως τα αρχιτεκτονικά μέλη από το χορηγικό μνημείο του Νικία, έργο του τέλους του 4ου αι. π.Χ., που βρισκόταν στη νότια κλιτύ της Ακρόπολης (σήμερα ο επισκέπτης μπορεί να δει μόνο τα θεμέλια του μνημείου, ανάμεσα στο θέατρο του Διονύσου και στη στοά του Ευμένους). Επάνω στο επιστύλιο της πύλης διακρίνεται ακόμα η εντοιχισμένη αναθηματική επιγραφή, που αναφέρεται στη χορηγική νίκη του Νικία Νικοδήμου.

9. Το Τείχος της Ακρόπολης

Η Ακρόπολη λόγω της γεωμορφολογίας της αποτέλεσε χώρο καταφυγής των κατοίκων της περιοχής ήδη από τους προϊστορικούς χρόνους. Κατά τη μυκηναϊκή περίοδο, γύρω στο 1200 π.Χ., κατασκευάσθηκε το πρώτο οχυρωματικό τείχος, το λεγόμενο ''κυκλώπειο'', που περιβάλλει την κορυφή του λόφου. Ίχνη αυτής της οχύρωσης είναι ορατά κυρίως στα νοτιοανατολικά των Προπυλαίων, ενώ η πορεία της μπορεί να αποκατασταθεί από ίχνη που έχουν εντοπισθεί στην περιφέρεια του βράχου. Η κύρια είσοδος στο χώρο βρισκόταν (όπως και σε όλες τις ιστορικές περιόδους) στη δυτική πλευρά του λόφου, που είχε ενισχυθεί με πύργο, στη θέση του οποίου οικοδομήθηκε αργότερα ο ναός της Αθηνάς Νίκης. Το τείχος αυτό, των μυκηναϊκών χρόνων, με ενισχύσεις και μικρές τροποποιήσεις φαίνεται ότι διατηρήθηκε μέχρι το 480 π.Χ., οπότε υπέστη σοβαρές ζημιές κατά την επιδρομή των Περσών. 

Μετά την αποχώρηση των Περσών, με πρωτοβουλία του Θεμιστοκλή, τειχίσθηκε η πόλη της Αθήνας και επανατειχίσθηκε η Ακρόπολη. Αρχικά κατασκευάσθηκε το βόρειο τείχος, που ονομάσθηκε Θεμιστόκλειο. Στην οικοδόμησή του χρησιμοποιήθηκε υλικό από τα μνημεία που κατέστρεψαν οι Πέρσες και σήμερα ο επισκέπτης μπορεί να διακρίνει στην περιοχή βόρεια του Ερεχθείου τους ημιτελείς μαρμάρινους σπόνδυλους του Προ-Παρθενώνα, ενώ πιο δυτικά διακρίνονται τμήματα από το θριγκό (τρίγλυφα, γείσα και μετόπες) από τον αρχαίο ναό της Αθηνάς. Το νότιο τείχος οικοδομήθηκε την εποχή του Κίμωνα, μετά τη νίκη στον Ευρυμέδοντα ποταμό το 467 π.Χ., γι' αυτό και ονομάσθηκε Κιμώνειο. Για την κατασκευή του χρειάσθηκε να διευρυνθεί η επιφάνεια του βράχου της Ακρόπολης στο νότιο τμήμα της με την κατασκευή τεχνητού ανδήρου. Στην οικοδόμησή του επίσης χρησιμοποιήθηκε υλικό (επιστύλια), από τον αρχαίο ναό και τον Προ-Παρθενώνα. 

Τον 3ο αι. μ.Χ., με αφορμή την επιδρομή των Ερούλων, στα δυτικά της Ακρόπολης και κάτω από τα Προπύλαια κατασκευάσθηκε συμπληρωματική οχύρωση και δύο πύλες, από τις οποίες η δυτική είναι η πύλη Beule. Από την εποχή εκείνη η Ακρόπολη μετατράπηκε και πάλι σε οχυρό και διατήρησε αυτό το χαρακτήρα έως το 19ο αιώνα. Κατά τη μεσαιωνική περίοδο, το 13ο αιώνα, επισκευάσθηκε το νότιο τείχος της και κατασκευάσθηκαν δύο νέοι πύργοι, ένας στα δυτικά των Προπυλαίων, ο λεγόμενος Κουλάς, που δεν σώζεται σήμερα, και ένας στα βορειοανατολικά, στη θέση όπου σήμερα βρίσκεται το Belvedere. Οι πιο πρόσφατες επισκευές του τείχους διενεργήθηκαν μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, στη νοτιοανατολική γωνία του.

10. Η Χαλκοθήκη

Κατά μήκος του νότιου τείχους της Ακρόπολης, στα ανατολικά και σε συνέχεια του Βραυρωνίου, υπήρχε η Χαλκοθήκη, ένα επίμηκες οικοδόμημα, του οποίου το όνομα και η χρήση μάς είναι γνωστά από αναφορές σε αρχαίες επιγραφές. Το κτήριο φιλοξενούσε κυρίως μεταλλικά αναθήματα που είχαν προσφέρει οι πιστοί στην Ακρόπολη, όπως όπλα, αγαλματίδια και υδρίες, και αποτελούσαν περιουσία της θεάς Αθηνάς. Μάλιστα, ένα ψήφισμα που σώζεται σε επιγραφή των αρχών του 4ου αι. π.Χ. ορίζει ότι όλα τα αντικείμενα που περιέχονταν στη Χαλκοθήκη έπρεπε να καταγραφούν και να αναγραφούν σε λίθινη στήλη, που επρόκειτο να αναρτηθεί μπροστά από το κτήριο. Το οικοδόμημα κτίσθηκε στα μέσα του 5ου αι. π.Χ. αλλά πρέπει να υπέστη επισκευές και προσθήκες στα μεταγενέστερα χρόνια, όπως δείχνουν αρχιτεκτονικά μέλη που έχουν βρεθεί στο χώρο. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο Παυσανίας δεν αναφέρει το μνημείο κατά την περιγραφή της Ακρόπολης, ίσως γιατί στην εποχή του δεν παρουσίαζε πια κανένα ενδιαφέρον από άποψη ιστορική ή καλλιτεχνική. 

Σήμερα στη θέση όπου βρισκόταν η Χαλκοθήκη σώζονται μόνο λίγα λαξεύματα στο βράχο και κατάλοιπα από τα πώρινα θεμέλιά της. Το οικοδόμημα ήταν ορθογώνιο στην κάτοψη, με πρόσοψη στη βόρεια μακρά πλευρά του, ενώ ο οπίσθιος τοίχος του ακολουθούσε την πορεία του νότιου τείχους της Ακρόπολης. Εσωτερικά, κατά μήκος του μακρού άξονά του υπήρχε σειρά έξι κιόνων, που στήριζαν τη στέγη. Αργότερα, στις αρχές του 4ου αι. π.Χ. στην πρόσοψη προστέθηκε μία στοά, της οποίας το θεμέλιο στη βορειοανατολική γωνία ''πάτησε'' επάνω στις λαξευμένες βαθμίδες, που είχαν διαμορφωθεί στη νοτιοδυτική γωνία του Παρθενώνα.

11. Ο Αρχαίος Ναός της Αθηνάς

Ο παλαιότερος ναός της Ακρόπολης, που ήταν αφιερωμένος στην Αθηνά Πολιάδα και στις αρχαίες πηγές αναφέρεται ως ''αρχαίος νεώς'', βρίσκεται στα νότια του Ερεχθείου και βόρεια του Παρθενώνα. Οικοδομήθηκε, σύμφωνα με την επικρατέστερη θεωρία, στο γ΄ τέταρτο του 6ου αι. π.Χ., στη θέση πρωιμότερου ναού των γεωμετρικών χρόνων και στη θέση του ακόμη παλαιότερου μυκηναϊκού ανακτόρου. Το 480 π.Χ. πυρπολήθηκε κατά τη διάρκεια της επιδρομής των Περσών, αλλά επισκευάσθηκε πολύ σύντομα, ενώ μέρος της ανωδομής του ενσωματώθηκε στα τείχη της Ακρόπολης. Καταστράφηκε και πάλι το 406 π.Χ., όταν είχαν ολοκληρωθεί οι εργασίες κατασκευής του Ερεχθείου και δεν επισκευάσθηκε ποτέ ξανά. Στα ανατολικά του αρχαίου ναού, ορισμένα λαξεύματα στο βράχο υποδηλώνουν τη θέση του βωμού της Αθηνάς, που ήταν σε χρήση παράλληλα με το ναό. 

Ο αρχαίος ναός ήταν δωρικός, περίπτερος με 6 κίονες στις στενές πλευρές και 12 στις μακρές. Η εσωτερική του διαρρύθμιση ήταν αρκετά ιδιόρρυθμη. Το ανατολικό τμήμα του αποτελείτο από πρόναο, δίστυλο εν παραστάσι, και σηκό με δύο κιονοστοιχίες που τον χώριζαν σε τρία κλίτη. Εδώ φυλασσόταν το ξύλινο λατρευτικό άγαλμα (ξόανο), της θεάς Αθηνάς. Στο δυτικό τμήμα υπήρχαν τρία δωμάτια αφιερωμένα σε διαφορετικές λατρείες: του Ποσειδώνα-Ερεχθέα, του Ήφαιστου και του Βούτη. Στο ναό αυτό αποδίδονται τα μαρμάρινα αετώματα με την απεικόνιση της Γιγαντομαχίας, που εκτίθενται στο Μουσείο Ακροπόλεως, καθώς και η σίμη που κατέληγε σε λεοντοκεφαλές και κριοκεφαλές. Από το ίδιο, παριανό μάρμαρο ήταν ακόμη οι μετόπες, τα γείσα και τα κεραμίδια της στέγης, ενώ ο υπόλοιπος ναός ήταν κατασκευασμένος από ασβεστόλιθο. 

Ο ναός αποκαλύφθηκε το 1885 και ο W. Dorpfeld ήταν ο πρώτος που αναγνώρισε το μνημείο. Σήμερα διασώζονται μόνο τα θεμέλιά του κατά μήκος της νότιας πλευράς του Ερεχθείου, ενώ στο χώρο είναι ορατές και δύο λίθινες βάσεις κιόνων, από το ναό των γεωμετρικών χρόνων.