info@allovergreece.com

9:00πμ-19:00μμ

ΙΣΤΟΡΙΑ

Τα πρώτα ίχνη εγκατάστασης ανθρώπων στον ελληνικό χώρο εμφανίζονται, ήδη, από την Παλαιολιθική εποχή (120.000 – 10.000 π.Χ. περίπου). Κατά την επόμενη, Νεολιθική εποχή (7.000 – 3.000 π.Χ. περίπου), ανθίζει στον ελληνικό χώρο πληθώρα νεολιθικών οικισμών. Οικήματα και νεκροταφεία έχουν ανακαλυφθεί στη Θεσσαλία (Σέσκλο, Διμήνι), στη Μακεδονία, στην Πελοπόννησο κ.α.

Η αρχή της εποχής του Χαλκού (3000-1100 π.Χ. περίπου), σηματοδοτείται από την εμφάνιση των πρώτων αστικών κέντρων στον αιγαιακό χώρο (Πολιόχνη Λήμνου). Ακμάζοντες οικισμοί εντοπίζονται στην Κρήτη, στην ηπειρωτική Ελλάδα, στις Κυκλάδες και στο Βορειοανατολικό Αιγαίο, περιοχές στις οποίες αναπτύσσονται χαρακτηριστικά πολιτισμικά μορφώματα. 

Στην αρχή της 2ης χιλιετίας π.Χ., εμφανίζονται στην μινωική Κρήτη οργανωμένες ανακτορικές κοινωνίες και ως συνακόλουθο τα πρώτα συστήματα γραφής. Οι Μινωίτες, με κέντρο το ανάκτορο της Κνωσού, δημιουργούν δίκτυο επαφών με λαούς της Ανατολικής Μεσογείου, υιοθετούν στοιχεία και επηρεάζουν με τη σειρά τους αποφασιστικά τους πολιτισμούς στην ηπειρωτική Ελλάδα και τα νησιά του Αιγαίου.

Στην ηπειρωτική Ελλάδα, οι Μυκηναίοι Έλληνες, επωφελούμενοι από τις καταστροφές που προκάλεσε στην Κρήτη η έκρηξη του ηφαιστείου της Σαντορίνης (1500 π.Χ. περίπου), γίνονται κυρίαρχη δύναμη στον αιγαιακό χώρο κατά τους τελευταίους αιώνες της 2ης χιλιετίας π.Χ. Οι μυκηναϊκές ακροπόλεις σε Μυκήνες, Τίρυνθα, Πύλο, Θήβα, Γλα, Αθήνα και Ιωλκό, αποτελούν τους πυρήνες γραφειοκρατικά οργανωμένων βασιλείων. Εκτεταμένες καταστροφές των μυκηναϊκών κέντρων, γύρω στο 1200 π.Χ., οδήγησαν σε παρακμή το μυκηναϊκό πολιτισμό και προκάλεσαν μετακινήσεις πληθυσμών προς τα μικρασιατικά παράλια και την Κύπρο (Α΄ Ελληνικός αποικισμός).

Μετά από δύο περίπου αιώνες οικονομικής και πολιτιστικής δυσπραγίας, που είναι γνωστοί και ως Σκοτεινοί Χρόνοι (1150 – 900 π.Χ.), ακολουθεί η Γεωμετρική περίοδος (9ος – 8ος αι. π.Χ.), κατά την οποία αρχίζει η ελληνική αναγέννηση. Σηματοδοτείται από τη μορφοποίηση των ελληνικών πόλεων-κρατών, τη δημιουργία του ελληνικού αλφαβήτου και τη σύνθεση των ομηρικών επών (τέλος 8ου αι. π.Χ.).

Οι αρχαϊκοί χρόνοι που ακολουθούν (7ος – 6ος αι. π.Χ.), υπήρξαν εποχή μεγάλων κοινωνικών και πολιτικών αλλαγών. Οι ελληνικές πόλεις-κράτη δημιουργούν αποικίες μέχρι την Ισπανία στα δυτικά, τη Μαύρη Θάλασσα στα βόρεια και τη Β. Αφρική στα νότια (Β΄ ελληνικός αποικισμός) και θέτουν τις βάσεις για την ακμή των κλασικών χρόνων. Οι κλασικοί χρόνοι (5ος – 4ος αι. π.Χ.), σφραγίζονται από την πνευματική και πολιτική κυριαρχία της Αθήνας, ώστε το δεύτερο μισό του 5ου αι. π.Χ. να αναφέρεται ως ο «Χρυσός Αιώνας» του Περικλή. Με το τέλος του Πελοποννησιακού Πολέμου, το 404 π.Χ., η Αθήνα χάνει την ηγεμονική της θέση.

Νέες δυνάμεις αναδύονται κατά τον 4ο αι. π.Χ. Με το Φίλιππο το Β΄ και το γιο του Αλέξανδρο, οι Μακεδόνες αρχίζουν να παίζουν ηγετικό ρόλο στον ελληνικό χώρο. Η εκστρατεία του Αλεξάνδρου στην Ανατολή και η κατάκτηση εδαφών μέχρι τον Ινδό ποταμό αλλάζει άρδην τα δεδομένα του τότε γνωστού κόσμου. Με το θάνατο του Αλεξάνδρου τα εδάφη της αχανούς αυτοκρατορίας που δημιούργησε μοιράζονται μεταξύ των στρατηγών του και δημιουργούνται τα βασίλεια που θα κυριαρχήσουν κατά τους ελληνιστικούς χρόνους (3ος – 1ος αι. π.Χ.).

Την εποχή αυτή οι ελληνικές πόλεις διατηρούν σχετική αυτονομία, αλλά δεν διαθέτουν την παλιά τους δύναμη και αίγλη. Η εμφάνιση των Ρωμαίων στο προσκήνιο και η οριστική κατάκτηση του ελληνικού χώρου το 146 π.Χ., μετέτρεψε την Ελλάδα σε τμήμα της αχανούς Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Κατά τους Ρωμαϊκούς χρόνους (1ος αι. π.Χ. – 3ος αι. μ.Χ.), οι περισσότεροι Ρωμαίοι αυτοκράτορες, θαυμαστές του ελληνικού πολιτισμού, θα ευεργετήσουν τις ελληνικές πόλεις, κυρίως δε την Αθήνα. Με την περιοδεία του Αποστόλου Παύλου κατά τον 1ο αι. μ.Χ. διαδίδεται ο χριστιανισμός στον ελληνικό χώρο, η νέα θρησκεία που σταδιακά θα εκτοπίσει τη λατρεία του Δωδεκάθεου.

Ο σημερινός επισκέπτης της χώρας έχει την ευκαιρία να γνωρίσει τα «αποτυπώματα» της ελληνικής ιστορίας, από την Παλαιολιθική εποχή ως την Ρωμαϊκή περίοδο, στους εκατοντάδες αρχαιολογικούς χώρους, καθώς και τα αρχαιολογικά μουσεία και συλλογές, που βρίσκονται διάσπαρτα σ’ όλη την επικράτεια.

Η απόφαση του Μεγάλου Κωνσταντίνου να μεταφέρει την πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας από τη Ρώμη στην Κωνσταντινούπολη (324 μ.Χ.), οδήγησε στη μετατόπιση του κέντρου βάρους στο ανατολικό τμήμα της αυτοκρατορίας. Η μεταφορά αυτή σηματοδοτεί την αρχή των βυζαντινών χρόνων, κατά τους οποίους η Ελλάδα αποτελεί περιοχή της βυζαντινής αυτοκρατορίας.

Μετά το 1204, έτος κατάληψης της Κωνσταντινούπολης από δυτικούς σταυροφόρους, τμήματα του ελληνικού χώρου μοιράζονται σε δυτικούς ηγεμόνες, ενώ οι Βενετοί καταλαμβάνουν καίριες θέσεις στον αιγαιακό χώρο (νησιά ή παράλιες πόλεις), προκειμένου να ελέγχουν τους εμπορικούς δρόμους. Η ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Βυζαντινούς το 1262, σηματοδοτεί την τελευταία φάση ζωής της αυτοκρατορίας.

Οι Οθωμανοί αρχίζουν να καταλαμβάνουν σταδιακά τα εδάφη της από το 14ο αι. μ.Χ., για να ολοκληρώσουν την κατάλυση της αυτοκρατορίας με την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης το 1453. Η Κρήτη ήταν το τελευταίο τμήμα του ελληνικού χώρου που κατακτήθηκε από τους Οθωμανούς, το 1669. Ακολουθούν τέσσερις περίπου αιώνες Οθωμανικής κυριαρχίας μέχρι την έναρξη της ελληνικής Επανάστασης το 1821.

Από τη βυζαντινή περίοδο και τους χρόνους της Οθωμανικής κυριαρχίας, σώζονται σήμερα αναρίθμητα μνημεία, όπως είναι οι βυζαντινές και μεταβυζαντινές εκκλησίες και μοναστήρια, οθωμανικά κτήρια, γοητευτικά βυζαντινά και φραγκικά κάστρα, ποικίλα άλλα μνημεία αλλά και παραδοσιακοί οικισμοί, αρκετοί από τους οποίους διατηρούν την οθωμανική και εν μέρει βυζαντινή διάρθρωσή τους.

Επακόλουθό της ελληνικής Επανάστασης ήταν η δημιουργία, το 1830, ανεξάρτητου ελληνικού βασιλείου, με περιορισμένη όμως επικράτεια. Νέα εδάφη με συμπαγείς ελληνικούς πληθυσμούς θα ενταχθούν σταδιακά στο ελληνικό κράτος κατά τη διάρκεια του 19ου και στις αρχές του 20ου αι. Η Ελλάδα θα φτάσει στη μέγιστη έκτασή της μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου, το 1920, με την ουσιαστική συμβολή του τότε πρωθυπουργού της Ελ. Βενιζέλου. Τη σημερινή του εδαφική μορφή έλαβε το ελληνικό κράτος μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου και την ενσωμάτωση των Δωδεκανήσων.

Το 1974, μετά από μια επταετή Δικτατορία, η Ελλάδα ανακηρύχθηκε με δημοψήφισμα από βασιλευόμενη σε προεδρευόμενη Δημοκρατία, ενώ από το 1981 αποτελεί μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 

ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ

Η Ελλάδα είναι χώρα στη Νότια Ευρώπη, που βρίσκεται στο σταυροδρόμι της Ευρώπης, της Ασίας και της Αφρικής. Η ηπειρωτική χώρα βρίσκεται στο νοτιότερο άκρο της Βαλκανικής Χερσονήσου και περιβάλλεται στα βόρεια από την Αλβανία, τη Βόρεια Μακεδονία και τη Βουλγαρία·στα ανατολικά από το Αιγαίο και την Τουρκία, στα νότια από τη Μεσόγειο και δυτικά από το Ιόνιο και την Ιταλία.

Η χώρα αποτελείται από μια μεγάλη ενδοχώρα και δύο επιπλέον μικρότερες χερσονήσους που προεξέχουν από αυτήν, τη Χαλκιδική και την Πελοπόννησο, η οποία διαχωρίζεται από την ενδοχώρα από τον Ισθμό της Κορίνθου. Η Ελλάδα επίσης διαθέτει μεγάλο αριθμό νησιών, διαφόρων μεγεθών, μεγάλα όπως η Κρήτη, η Εύβοια, η Ρόδος και η Κέρκυρα, καθώς και ομάδες μικρότερων, όπως τα Δωδεκάνησα και οι Κυκλάδες. Η Ελλάδα έχει ακτογραμμή 13.676 χιλιομέτρων, τη μεγαλύτερη στη λεκάνη της Μεσογείου.

Η Ελλάδα είναι σε μεγάλο βαθμό ορεινή με αποτέλεσμα, η χώρα έχει σημαντική κλιματική διακύμανση. Μεγαλύτερη πεδιάδα είναι αυτή της Κεντρικής Μακεδονίας (2.250 τ.χ.) και ακολουθούν η πεδιάδα της Θεσσαλίας (1.850 τ.χ.), η πεδιάδα Χρυσούπολης - Ξάνθης - Κομοτηνής (1.300 τ.χ.), η πεδιάδα Δράμας - Σερρών (1.200 τ.χ.) και η πεδιάδα του Έβρου (1.100 τ.χ.).

 

ΜΟΡΦΟΛΟΓΙΑ

Η Ελλάδα ως χερσόνησος είναι περιζωμένη από θάλασσα. Το βασικό γνώρισμα της είναι ο πλούσιος διαμελισμός των παραλίων της και πολλά νησιά της. Έχουν κόλπους, όρμους, χερσονήσους, ακρωτήρια και νησιά σε τέτοια αναλογία, που δεν τη συναντάμε σε άλλη χώρα.Το μήκος των ακτών της Ελλάδας είναι 13.676 χιλιόμετρα.

Η Ελλάδα με τα νησιά της βρέχεται από τη Μεσόγειο. Σχηματίζονται τα εξής πελάγη: Ιόνιο, Μυρτώο, Αιγαίο, Θρακικό, Ικάριο, Κρητικό, Καρπάθιο και Λιβυκό.

Μεγάλα και μικρά νησιά (3000) είναι διάσπαρτα, σε όλα τα πελάγη μας. Τα πιο πολλά βρίσκονται στο Αιγαίο Πέλαγος. Συνολικά, Υπάρχουν 151 νησιά, που κατοικούνται. Πολλά άλλα μικρά ξερονήσια είναι ακατοίκητα και έχουν έκταση 348 τ. χλμ. Τα μεγαλύτερα νησιά είναι η Κρήτη, η Εύβοια και η Ρόδος. Τα νησιά τα εντάσσουμε σε μεγαλύτερα συμπλέγματα. Τα συμπλέγματα αυτά είναι: 1. Ιόνια Νησιά ή Επτάνησα (Κέρκυρα, Ιθάκη, Λευκάδα κ. α), 2. Νησιά Μυρτώου ( Κύθηρα-Αντικύθηρα), 3. Βόρειες Σποράδες (Σκόπελος, Σκύρος, Σκιάθος κ. α), 4. Εύβοια, 5. Νησιά Αιγαίου (Λέσβος, Χίος, Σάμος, Κυκλάδες, Δωδεκάνησα, νησιά Σαρωνικού, Αργολικού κ. α), 6. Κρήτη.

Οι σπουδαιότεροι κόλποι είναι: Αμβρακικός, Πατραϊκός, Κορινθιακός, Κυπαρισσιακός, Μεσηνιακός, Λακωνικός, Αργολικός, Ευβοϊκός, Θερμαϊκός, Κασσάνδρας, Άγίου Όρους, Στρυμονικός, Καβάλας, Χανίων, Σούδας, Σαρωνικός, Παγασητικός.

Πολλά είναι τα λιμάνια της Ελλάδας, όπου προσεγγίζουν μεγάλα και μικρά πλοία, φορτηγά και επιβατηγά. Tα σπουδαιότερα είναι: 1)Πειραιάς, 2)Κέρκυρας, 3)Πάτρας, 4)Ηρακλείου, 5)Θεσσαλονίκης, 6) Ελευσίνας, 7) Σούδας, 8) Ηγουμενίτσας, 9) Σύρου, 10)Τήνου.

Το έδαφος της Ελλάδας είναι ορεινό και ημιορεινό σε ποσοστό μεγαλύτερο από 3/4. Στα 131.944 τ. χλμ 100.000 περίπου είναι ορεινά και ημιορεινά. Τη χώρα διασχίζουν από άκρη σε άκρη, ψηλά ή χαμηλά βουνά, που σταυρώνονται αναμεταξύ τους και κλείνουν μικρές και όχι πολύ εύφορες πεδιάδες. Στη Δυτική Ελλάδα υπάρχει η οροσειρά της Πίνδου, που είναι συνέχεια των Δειναρικών Άλπεων. Στην Ανατολική Ελλάδα έχουμε τις διακλαδώσεις του Αίμου.

Το ψηλότερο βουνό της Ελλάδας είναι ο Όλυμπος, με ύψος 2.917 μ. Ανάμεσα στα βουνά σχηματίζονται αρκετές πεδιάδες, κοιλάδες και οροπέδια. Κάπως πιο εκτεταμένες είναι οι πεδιάδες της Θεσσαλίας, της Θεσσαλονίκης, της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης. Ωστόσο, σχετικά εύφορες είναι και άλλες μικρότερες πεδιάδες, όπως της Άρτας, του Αγρινίου, της Βοιωτίας, του Άργους και άλλες μικρότερες.

Η χώρα έχει ξερό κλίμα, γιατί δεν έχει άφθονες βροχές. Για αυτό και τα νερά δεν είναι πολλά. Έτσι, δεν σχηματίζονται μεγάλοι ποταμοί, που να είναι και ταυτόχρονα και πλωτοί. Ο πιο μεγάλος ποταμός είναι ο Έβρος στα σύνορα Ελλάδας και Τουρκίας. Πηγάζει από τη Βουλγαρία και χύνει τα νερά του στο Θρακικό Πέλαγος. Έχει μήκος στο ελληνικό έδαφος 204 χλμ. και είναι πλωτός από μικρά πλοιάρια. Κοινούς ποταμούς με τη Βουλγαρία έχουμε τον Στρυμόνα και τον Νέστο και με την Γιουγκοσλαβία τον Αξιό. Χύνονται όλοι στο Αιγαίο Πέλαγος.

 

ΚΛΙΜΑ

Το κλίμα στην Ελλάδα είναι κυρίως μεσογειακό. Ωστόσο, λόγω της μοναδικής γεωγραφίας της χώρας, η Ελλάδα έχει ένα αξιοσημείωτο εύρος μικροκλιμάτων και τοπικών παραλλαγών. Στα δυτικά της οροσειράς της Πίνδου, το κλίμα είναι γενικά πιο υγρό και έχει ορισμένα θαλάσσια χαρακτηριστικά. Το ανατολικό τμήμα της οροσειράς της Πίνδου είναι γενικά ξηρότερο και πιο ζεστό το καλοκαίρι. Η υψηλότερη κορυφή είναι ο Όλυμπος, 2.918 μέτρα. Οι βόρειες περιοχές της Ελλάδας έχουν ένα μεταβατικό κλίμα μεταξύ του ηπειρωτικού και του μεσογειακού κλίματος. Υπάρχουν και ορεινές περιοχές με αλπικό κλίμα.

 

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η Ελλάδα είναι μια ανεπτυγμένη χώρα, με ένα υψηλό επίπεδο διαβίωσης και "πολύ υψηλό" Δείκτη Ανθρώπινης Ανάπτυξης, όπου κατατάσσεται 22η στον κόσμο το 2010, και 22η στον δείκτη του The Economist του 2005 για την ποιότητα ζωής παγκοσμίως. Με βάση τα στοιχεία της Eurostat το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας ήταν ισο με το 94% του μέσου όρου της ΕΕ το 2008. Οι κύριοι μεγάλοι κλάδοι της Ελληνικής οικονομίας είναι ο τουρισμός, η ναυτιλία, η βιομηχανική παραγωγή τροφίμων και η επεξεργασία καπνού, η υφαντουργία, τα χημικά, τα προϊόντα μετάλλου, η μεταλλευτική και οι μονάδες διύλισης πετρελαίου.

Η Ελλάδα είναι μια ανεπτυγμένη χώρα με οικονομία βασιζόμενη στις υπηρεσίες (80%), στη βιομηχανία (16%) και στη γεωργία το 2017. Σημαντική "βιομηχανία" της χώρας είναι ο τουρισμός και η ναυτιλία. Με 18 εκατομμύρια διεθνείς τουρίστες το 2013, η Ελλάδα ήταν η 7η πιο επισκεπτόμενη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η 16η στον κόσμο. Το Ελληνικό Εμπορικό Ναυτικό είναι το μεγαλύτερο στον κόσμο, ενώ τα πλοία που ανήκουν στην Ελλάδα αντιπροσωπεύουν το 15% της παγκοσμίως το 2013. Η αυξημένη ζήτηση για διεθνείς θαλάσσιες μεταφορές μεταξύ Ελλάδας και Ασίας οδήγησε σε πρωτοφανείς επενδύσεις στον ναυτιλιακό κλάδο.

Η Ελλάδα χαρακτηρίζεται ως προηγμένη οικονομία με υψηλά εισοδήματα και ήταν ιδρυτικό μέλος του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) και του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας Ευξείνου Πόντου (ΟΣΕΠ). Η χώρα εντάχθηκε στην ΕΟΚ το 1981 και το 1999 στην ΟΝΕ υιοθετώντας το 2001 το ευρώ ως νόμισμά της με συναλλαγματική ισοτιμία 340,75 δραχμές ανά ευρώ. Η Ελλάδα είναι μέλος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου.