Ολυμπία

Translate

Ολυμπία

Στη δυτική Πελοπόννησο, στην πανέμορφη κοιλάδα του ποταμού Αλφειού, άνθισε το πιο δοξασμένο ιερό της αρχαίας Ελλάδας, που ήταν αφιερωμένο στον πατέρα των θεών, τον Δία. Απλώνεται στους νοτιοδυτικούς πρόποδες του κατάφυτου Κρονίου λόφου, μεταξύ των ποταμών Αλφειού και Κλαδέου, που ενώνονται σε αυτή την περιοχή. Παρά την απομονωμένη θέση της κοντά στη δυτική ακτή της Πελοποννήσου, η Ολυμπία καθιερώθηκε στο πανελλήνιο ως το σημαντικότερο θρησκευτικό και αθλητικό κέντρο. Εδώ γεννήθηκαν οι σπουδαιότεροι αγώνες της αρχαίας Ελλάδας, οι Ολυμπιακοί, που γίνονταν κάθε τέσσερα χρόνια προς τιμήν του Δία, ένας θεσμός με πανελλήνια ακτινοβολία και λάμψη από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Η απαρχή της λατρείας και των μυθικών αναμετρήσεων που έλαβαν χώρα στην Ολυμπία χάνεται στα βάθη των αιώνων. Οι τοπικοί μύθοι σχετικά με τον ισχυρό βασιλιά της περιοχής, τον ξακουστό Πέλοπα, και τον ποτάμιο θεό Αλφειό, φανερώνουν τους ισχυρούς δεσμούς του ιερού τόσο με την Ανατολή όσο και με τη Δύση. 

Τα παλαιότερα ευρήματα στο χώρο της Ολυμπίας εντοπίζονται στους νότιους πρόποδες του Κρονίου λόφου, εκεί όπου αναπτύχθηκαν τα πρώτα ιερά και οι προϊστορικές λατρείες. Μεγάλος αριθμός οστράκων, που χρονολογούνται στην Τελική Νεολιθική εποχή (4η χιλιετία π.Χ.), βρέθηκαν στο βόρειο πρανές του σταδίου. Ίχνη κατοίκησης και των τριών περιόδων της Εποχής του Χαλκού έχουν εντοπισθεί στην ευρύτερη περιοχή της Άλτεως και του Νέου Μουσείου. Στην Πρωτοελλαδική ΙΙ περίοδο (2800-2300 π.Χ.) κατασκευάσθηκε μεγάλος τύμβος, που αποκαλύφθηκε στα κατώτερα στρώματα του Πελοπίου, και στην Πρωτοελλαδική ΙΙΙ περίοδο (2150-2000 π.Χ.) οικοδομήθηκαν τα πρώτα αψιδωτά κτήρια του οικισμού. Σύμφωνα με την αρχαία παράδοση, τον 11ο αιώνα π.Χ. στην ευρύτερη περιοχή της Ολυμπίας εγκαταστάθηκαν οι Αιτωλοί, με αρχηγό τον Όξυλο, οι οποίοι ίδρυσαν το κράτος της Ήλιδας. Προς τα τέλη της μυκηναϊκής εποχής πιθανότατα διαμορφώθηκε και το παλαιότερο πρωτόγονο ιερό, αφιερωμένο σε τοπικές και πανελλήνιες θεότητες. 

Γύρω στο 10ο-9ο αι. π.Χ. άρχισε να διαμορφώνεται η Άλτις, το ιερό άλσος που ήταν κατάφυτο με αγριελιές, πεύκα, πλατάνια, λεύκες και δρυς. Τότε καθιερώθηκε η λατρεία του Δία, και η Ολυμπία από τόπος κατοίκησης έγινε τόπος λατρείας. Για αρκετό καιρό μέσα στο ιερό δεν υπήρχαν οικοδομήματα, παρά μόνο η Άλτις, που προστατευόταν από περίβολο, μέσα στον οποίο υπήρχαν βωμοί για τις θυσίες στους θεούς και ο τύμβος του Πελοπίου. Τα πολυάριθμα αναθήματα, κυρίως ειδώλια, χάλκινοι λέβητες και τρίποδες τοποθετούνταν στην ύπαιθρο, πάνω σε κλαδιά δένδρων και σε βωμούς. Στην Γεωμετρική εποχή χρονολογούνται και τα πρώτα ειδώλια που απεικονίζουν τον Δία, τον κύριο του ιερού. Το 776 π.Χ. αναδιοργανώθηκαν προς τιμήν του οι αγώνες, από τον Ίφιτο, βασιλιά της Ήλιδας, από τον Κλεοσθένη της Πίσας και τον Λυκούργο της Σπάρτης, οι οποίοι θέσπισαν και την ιερή εκεχειρία. Τα Ολύμπια τελούνταν κάθε τέσσερα χρόνια και σύντομα απέκτησαν πανελλήνιο χαρακτήρα. 

Στην Αρχαϊκή εποχή άρχισε η μεγάλη ανάπτυξη του ιερού, όπως δείχνουν τα χιλιάδες αφιερώματα της περιόδου, όπλα, ειδώλια, λέβητες και πολλά άλλα, ενώ τότε οικοδομήθηκαν τα πρώτα μνημειακά κτήρια: ο ναός της Ήρας, το Πρυτανείο, το Βουλευτήριο, οι θησαυροί και το πρώτο στάδιο. Η ακμή του ιερού συνεχίσθηκε και στην κλασική εποχή, όταν κτίσθηκε ο μεγαλοπρεπής ναός του Δία (470-456 π.Χ.), λουτρά, στοές, θησαυροί, βοηθητικά κτήρια, και το στάδιο, το οποίο μεταφέρθηκε ανατολικότερα των δύο αρχαϊκών, εκτός της ιεράς Άλτεως. Πολυάριθμα ήταν και τα αφιερώματα που προσέφεραν οι πιστοί. Οι χιλιάδες ανδριάντες και άλλα πολύτιμα έργα που υπήρχαν σε όλο τον ιερό χώρο της Άλτεως χάθηκαν, δεδομένου ότι το ιερό συλήθηκε αρκετές φορές κατά την αρχαιότητα, ιδιαίτερα στη Ρωμαϊκή εποχή. Κατά την Ελληνιστική εποχή συνεχίσθηκε η ανέγερση οικοδομημάτων κυρίως κοσμικού χαρακτήρα, όπως το γυμνάσιο και η παλαίστρα, και στα ρωμαϊκά χρόνια έγιναν μετασκευές στα υπάρχοντα κτήρια. Οικοδομήθηκαν επίσης θέρμες, πολυτελείς κατοικίες και το υδραγωγείο. Το ιερό λεηλατήθηκε, προκειμένου τα εξαίρετα αφιερώματα να κοσμήσουν ρωμαϊκές επαύλεις. 

Η λειτουργία του συνεχίσθηκε κανονικά τα πρώτα χριστιανικά χρόνια επί Μεγάλου Κωνσταντίνου. Το 393 μ.Χ. έγιναν οι τελευταίοι Ολυμπιακοί Αγώνες και λίγο αργότερα ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Θεοδόσιος Α΄, με διάταγμά του απαγόρευσε οριστικά την τέλεσή τους, ενώ επί Θεοδοσίου Β΄, επήλθε η οριστική καταστροφή του ιερού (426 μ.Χ.). Στα μέσα του 5ου αι. μ.Χ. επάνω στα ήδη ερειπωμένα κτίσματα αναπτύχθηκε μικρός χριστιανικός οικισμός, και το εργαστήριο του Φειδία μετατράπηκε σε παλαιοχριστιανική βασιλική. Δύο μεγάλοι σεισμοί, το 522 και 551 μ.Χ. προκάλεσαν την οριστική καταστροφή του ιερού, εφ' όσον τότε κατέρρευσαν όσα κτήρια είχαν απομείνει όρθια, μεταξύ αυτών και ο ναός του Δία. Στους αιώνες που ακολούθησαν ο χώρος καλύφθηκε από τις πλημμύρες των ποταμών Αλφειού και Κλαδέου και από τις κατολισθήσεις του Κρονίου λόφου και η Ολυμπία πέρασε στη λησμονιά με τα ερείπια καλυμμένα από επίχωση 5-7 μέτρων. Η περιοχή ονομάσθηκε Αντίλαλος και μόλις το 1766 εντοπίσθηκε η θέση του αρχαίου ιερού. 

Η πρώτη ανασκαφή στο χώρο διεξήχθη το 1829 από τη Γαλλική Επιστημονική Αποστολή στην Πελοπόννησο, με επικεφαλή το στρατηγό N. J. Maison. Τότε αποκαλύφθηκε μέρος του ναού του Δία και τμήματα των μετοπών που τον κοσμούσαν, πολλά από τα οποία μεταφέρθηκαν στο Μουσείο του Λούβρου. Η συστηματική έρευνα του ιερού άρχισε το 1875 από το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο και με διακοπές συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Οι πιο πρόσφατες έρευνες, την τελευταία δεκαετία, έγιναν στο νοτιοδυτικό κτήριο, υπό τη διεύθυνση του καθηγητή Κλασικής Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου του Wurzburg και μέλους του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου κ. U. Sinn, και στα προϊστορικά κτήρια του ιερού, υπό τη διεύθυνση του Δρ Η. Kyrieleis, τ. Διευθυντή του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ιντιτούτου. Σήμερα, παράλληλα με το ανασκαφικό έργο σε όλο το χώρο του αρχαίου ιερού πραγματοποιούνται έργα συντήρησης και αναστήλωσης.

Ο αρχαιολογικός χώρος της Ολυμπίας περιλαμβάνει το Ιερό του Δία, με τους ναούς και τα κτήρια που σχετίζονταν άμεσα με τη λατρεία, και διάφορα οικοδομήματα που είχαν κτιστεί γύρω από αυτό, όπως αθλητικές εγκαταστάσεις που χρησιμοποιούνταν για την προετοιμασία και την τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων, βοηθητικά κτήρια, χρηστικά και διοικητικά, καθώς και οικοδομήματα κοσμικού χαρακτήρα. Η Άλτις, το ιερό άλσος, καταλαμβάνει το κεντρικό τμήμα και μέσα σε αυτή αναπτύσσεται ο πυρήνας του Ιερού, με τους ναούς, τους θησαυρούς και τα σημαντικότερα κτήρια του χώρου. Χωρίζεται από τη γύρω περιοχή με περίβολο, που στα τέλη του 4ου αι. π.Χ. είχε δύο πύλες στη δυτική πλευρά του και μία στη νότια, ενώ το όριό της στα ανατολικά αποτελεί η Στοά της Ηχούς, που χωρίζει τον ιερό χώρο από το στάδιο. Στη ρωμαϊκή περίοδο ο περίβολος διευρύνθηκε και στη δυτική του πλευρά διαμορφώθηκαν δύο μνημειακά πρόπυλα. 

Σε περίοπτη θέση μέσα στον ιερό χώρο δεσπόζει ο γιγάντιος ναός του Δία και βορειότερα ο παλαιότερος ναός της Ήρας. Στη βόρεια πλευρά υπήρχε το Μητρώο, ναός αφιερωμένος στη μητέρα των θεών Ρέα-Κυβέλη, και πίσω του, στους πρόποδες του Κρονίου, οι θησαυροί που είχαν αφιερώσει οι ελληνικές πόλεις, κυρίως οι αποικίες. Στα δυτικά τους σώζεται το Νυμφαίο, το λαμπρό υδραγωγείο που αφιέρωσε στο ιερό ο Ηρώδης Αττικός. Μέσα στην Άλτι υπήρχαν ακόμη το Πελόπιο, ταφικό μνημείο, αφιερωμένο στον ήρωα Πέλοπα, το Πρυτανείο, που ήταν η έδρα των αξιωματούχων του ιερού, και το Φιλιππείο, το κομψό κυκλικό οικοδόμημα που αφιέρωσε ο Φίλιππος Β΄, βασιλιάς της Μακεδονίας. Κατά την αρχαιότητα, στα νοτιοανατολικά του Ηραίου υπήρχε και ο μεγάλος βωμός του Δία, σημαντικότατο μνημείο, που όμως δεν διατηρήθηκαν ίχνη του, γιατί είχε σχηματιστεί από τη συσσώρευση τέφρας, και διαλύθηκε όταν το ιερό σταμάτησε να λειτουργεί. Ο υπόλοιπος χώρος μέσα στον περίβολο ήταν γεμάτος από βωμούς, αγάλματα θεών και ηρώων, ανδριάντες των Ολυμπιονικών, αφιερώματα επιφανών ιδιωτών και ελληνικών πόλεων, ανάμεσά τους και η περίφημη Νίκη του Παιωνίου. 

Έξω από το νότιο περίβολο της Άλτεως υπάρχει το Βουλευτήριο, και ακόμη πιο κάτω η Νότια στοά, που αποτελούσε το νοτιότερο κτήριο του ευρύτερου ιερού χώρου και την κύρια είσοδο του ιερού από τη πλευρά αυτή. Στο δυτικό τμήμα του χώρου υπάρχουν κτήρια που εξυπηρετούσαν το προσωπικό του ιερού, τους αθλητές και τους επίσημους επισκέπτες και χωρίζονται από την Άλτι με την ιερά οδό: το γυμνάσιο και η παλαίστρα, χώροι προπόνησης, το εργαστήριο του Φειδία, που στα παλαιοχριστιανικά χρόνια μετατράπηκε σε βασιλική, τα ελληνικά λουτρά με το κολυμβητήριο, οι ρωμαϊκές θέρμες, ο Θεηκολεών, (κατοικία των ιερέων), το Λεωνιδαίο, που ήταν ξενώνας για τους επισήμους, και οι μεταγενέστεροι ρωμαϊκοί ξενώνες. 

Ανατολικά της Άλτεως εκτείνεται το στάδιο, όπου τελούνταν οι Ολυμπιακοί Αγώνες. Κατά την αρχαιότητα, νότια του σταδίου υπήρχε και ο ιππόδρομος, από τον οποίο σήμερα δεν σώζεται κανένα ίχνος, διότι έχει παρασυρθεί από τον Αλφειό ποταμό. Στην ίδια περιοχή υπάρχουν κτηριακά συγκροτήματα λουτρών και επαύλεων, όπως η περίφημη έπαυλη που έκτισε ο Νέρων όταν διέμενε στην Ολυμπία, προκειμένου να συμμετάσχει στους αγώνες.

Τα Μνημεία του Χώρου:

1. Ο Ναός του Δία

Ο μεγαλοπρεπής ναός του Δία ήταν το σημαντικότερο οικοδόμημα της Άλτεως στην Ολυμπία και δέσποζε σε περίοπτη θέση στο κέντρο της. Πρόκειται για το μεγαλύτερο ναό της Πελοποννήσου, ο οποίος θεωρείται η τέλεια έκφραση, ο κανών της δωρικής ναοδομίας. Κτίσθηκε από τους Ηλείους προς τιμήν του Δία με τα λάφυρα από τους νικηφόρους πολέμους, που διεξήγαν κατά των τριφυλιακών πόλεων. Η ανέγερσή του άρχισε το 470 π.Χ. και ολοκληρώθηκε το 456 π.Χ. Η χρονολόγηση αυτή προκύπτει από την αναθηματική επιγραφή των Λακεδαιμονίων, οι οποίοι μετά τη νίκη τους κατά των Αθηναίων και των συμμάχων τους στη μάχη της Τανάγρας (457 π.Χ.), αφιέρωσαν χρυσή ασπίδα, που είχε αναρτηθεί κάτω από το κεντρικό ακρωτήριο του αετώματος. Αρχιτέκτων του ναού ήταν ο Λίβωνας ο Ηλείος, ενώ άγνωστος παραμένει ο καλλιτέχνης των αετωμάτων. 

Ο ναός έχει προσανατολισμό Α-Δ και είναι περίπτερος με έξι κίονες στις στενές και δεκατρείς στις μακρές πλευρές. Το ύψος των κιόνων ήταν 10,43 μ. και η κατώτερη διάμετρός τους 2,25 μ. Οι κίονες και οι τοίχοι ήταν κατασκευασμένοι από ντόπιο κογχυλιάτη λίθο και καλυμμένοι με λευκό μαρμαροκονίαμα, ενώ μόνο τα γλυπτά των αετωμάτων, η κεράμωση και οι λεοντοκεφαλές-υδρορρόες ήταν από μάρμαρο. Ο ναός αποτελείται από πρόναο, σηκό και οπισθόδομο. Ο πρόναος και ο οπισθόδομος είναι δίστυλοι εν παραστάσι και στο δάπεδο του προνάου σώζεται ψηφιδωτό δάπεδο ελληνιστικών χρόνων με παράσταση τριτώνων. Μπροστά στην είσοδο του προνάου, σε μικρό τετράγωνο χώρο που είναι στρωμένος με εξαγωνικές μαρμάρινες πλάκες, γινόταν η στέψη των Ολυμπιονικών. Ο σηκός χωρίζεται σε τρία κλίτη από δύο σειρές δίτονης κιονοστοιχίας, με επτά δωρικούς κίονες η καθεμία. Στο βάθος του σηκού ήταν τοποθετημένο το χρυσελεφάντινο άγαλμα του Δία, ένα από τα επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου. Κατασκευάσθηκε από το Φειδία γύρω στο 430 π.Χ. και είχε ύψος πάνω από 12 μ. Ο θεός παριστανόταν καθισμένος στο θρόνο του, κρατώντας στο αριστερό χέρι σκήπτρο και στο δεξί μία φτερωτή Νίκη. Τα γυμνά μέρη του σώματός του ήταν από ελεφαντόδοντο, ενώ από χρυσό ήταν το ιμάτιό του και ο θρόνος, που έφερε ανάγλυφες μυθολογικές παραστάσεις. Μετά την κατάργηση των Ολυμπιακών Αγώνων, το άγαλμα μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου και καταστράφηκε από φωτιά γύρω στο 475 μ.Χ. Η μορφή του μας είναι γνωστή από απεικονίσεις του σε αρχαία νομίσματα και από την περιγραφή του περιηγητή Παυσανία (5.11). Ο ναός έφερε πλούσιο γλυπτό διάκοσμο, εξαίρετο δείγμα του αυστηρού ρυθμού. Στο ανατολικό αέτωμα απεικονίζεται η αρματοδρομία μεταξύ του Πέλοπα και του Οινομάου, με κεντρική μορφή τον Δία, κύριο του ιερού και κριτή του αγώνα, ενώ στο δυτικό απεικονίζεται η Κενταυρομαχία, δηλαδή η μάχη μεταξύ των Λαπιθών και των Κενταύρων, με κεντρική μορφή τον Απόλλωνα. Στις δώδεκα μετόπες, που βρίσκονταν ανά έξι επάνω από την είσοδο του πρόναου και του οπισθόδομου, απεικονίζονται οι άθλοι του Ηρακλή, μυθικού γιου του Δία. Οι εξωτερικές μετόπες της περίστασης του ναού ήταν ακόσμητες. Αργότερα, επάνω σε αυτές αναρτήθηκαν 21 χάλκινες, επίχρυσες ασπίδες, που αφιέρωσε στο ναό ο Ρωμαίος ύπατος Μόμμιος προς τιμήν του Δία, σε ανάμνηση της νίκης του επί των Ελλήνων στον Ισθμό (146 π.Χ.). Το κεντρικό ακρωτήριο του ανατολικού αετώματος ήταν μία επίχρυση Νίκη, έργο του γλύπτη Παιωνίου, ενώ στα πλαϊνά ακρωτήρια είχε τοποθετηθεί από ένας επίχρυσος λέβητας. Ο ναός υπέστη σοβαρή καταστροφή, όταν πυρπολήθηκε ύστερα από διαταγή του Θεοδοσίου Β΄ το 426 μ.Χ., ενώ αργότερα, το 522 και 551 μ.Χ. γκρεμίσθηκε από τους δύο μεγάλους σεισμούς. 

Η πρώτη ανασκαφή του μνημείου έγινε το 1829 από τη γαλλική αποστολή και η αποκάλυψή του ολοκληρώθηκε κατά την διάρκεια των γερμανικών ανασκαφών.Ο γλυπτός διάκοσμος έχει αποκατασταθεί σχεδό στο σύνολό του και εκτίθεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ολυμπίας. Τμήματα από τις ανάγλυφες μετόπες βρίσκονται στο Μουσείο του Λούβρου από το 19ο αιώνα, οπότε και μεταφέρθηκαν από τη γαλλική αποστολή του Maison. Πρόσφατα αναστηλώθηκε ο ΒΔ κίονας της περίστασης.

2. Ο Ναός της Ήρας

Ο ναός της Ήρας αποτελεί ένα από τα αρχαιότερα δείγματα μνημειακής ναοδομίας στην Ελλάδα. Ήταν κτισμένος στη βορειοδυτική γωνία του ιερού χώρου της Άλτεως, στους νότιους πρόποδες του Κρονίου λόφου, όπου για την προστασία του κατασκευάσθηκε ισχυρός αναλημματικός τοίχος. Αφιερώθηκε στο ιερό της Ολυμπίας από τους κατοίκους του Σκιλλούντα, αρχαίας πόλης της Ηλείας. Ο Παυσανίας αναφέρει, ότι κτίσθηκε περίπου οκτώ χρόνια αφ' ότου ο Όξυλος πήρε τη βασιλεία στην Ήλιδα, δηλαδή γύρω στο 1096 π.Χ., όμως, η χρονολόγηση αυτή δεν συμφωνεί με τη χρονολόγηση του ναού, η οποία είναι υστερότερη. Κατά μία άποψη, ο πρώτος ναός της Ήρας κτίσθηκε γύρω στο 650 π.Χ., ήταν μικρός, δωρικός, και είχε μόνο σηκό και πρόναο, ενώ γύρω στο 600 π.Χ. προστέθηκε σε αυτόν ο οπισθόδομος και το πτερό. Ωστόσο, σήμερα, επικρατέστερη είναι η άποψη ότι ο ναός οικοδομήθηκε περίπου το 600 π.Χ. με ενιαίο αρχιτεκτονικό πρόγραμμα. Κατά καιρούς υπέστη διάφορες επεμβάσεις, ενώ στα ρωμαϊκά χρόνια μετατράπηκε σε είδος μουσείου, όπου φυλάσσονταν μερικά από τα πιο πολύτιμα έργα του ιερού, ανάμεσα στα οποία και ο περίφημος Ερμής του Πραξιτέλη. 

Ο ναός χαρακτηρίζεται από τις βαριές του αναλογίες, καθώς έχει ιδιαίτερα επιμήκη κάτοψη και είναι αρκετά χαμηλός σε ύψος. Έχει προσανατολισμό Α-Δ και είναι δωρικός, περίπτερος, με έξι κίονες στις στενές και δεκαέξι στις μακρές πλευρές. Οι κίονες αρχικά ήταν ξύλινοι και σταδιακά αντικαταστάθηκαν με λίθινους. Για το λόγο αυτό, τόσο οι κίονες όσο και τα κιονόκρανα, δεν είναι όμοια μεταξύ τους, αφού κάθε φορά ο νέος κίονας ακολουθούσε το ρυθμό της εποχής του, με αποτέλεσμα επάνω στο ναό να αποτυπώνεται η πλήρης εξέλιξη του δωρικού ρυθμού, από τα αρχαϊκά έως και τα ρωμαϊκά χρόνια. Είναι αξιοσημείωτο ότι μέχρι το 2ο αι. μ.Χ., όταν ο Παυσανίας επισκέφθηκε το ιερό, ο ένας κίονας του οπισθόδομου είχε παραμείνει ξύλινος (από ξύλο δρυός). Στις αβαθείς ορθογώνιες κοιλότητες, που παρατηρούνται σε διάφορα σημεία των κιόνων, ήταν τοποθετημένες οι ζωγραφικές εικόνες των νικητριών στα Ηραία, αθλητικοί αγώνες που γίνονταν προς τιμήν της θεάς. Το κατώτερο τμήμα του ναού ήταν κατασκευασμένο από κογχυλιάτη λίθο, ενώ το ανώτερο μέρος των τοίχων ήταν από ωμές πλίνθους. Ο θριγκός ήταν ξύλινος με πήλινη επένδυση και τα κεραμίδια της στέγης επίσης πήλινα. Το κεντρικό δισκοειδές ακρωτήριο του αετώματος, διαμέτρου 2,3 μ. ήταν πήλινο, με εντυπωσιακή γραπτή διακόσμηση. Ο ναός αποτελείται από πρόναο, σηκό και οπισθόδομο. Ο πρόναος και ο οπισθόδομος είναι δίστυλοι εν παραστάσι και η πρόσβαση στο σηκό γινόταν από τον πρόναο, μέσω μιας δίφυλλης θύρας, πλάτους 2,90 μ. Ο σηκός χωρίζεται κατά μήκος σε δύο κλίτη με δύο σειρές οκτώ δωρικών κιόνων. Ανά δύο κίονες υπήρχαν μικρά τοιχάρια εγκάρσια προς τους τοίχους του σηκού, που σχημάτιζαν πέντε μικρές κόγχες. Στο βάθος του σηκού, επάνω σε βάθρο ήταν στημένα τα λατρευτικά αγάλματα του Δία και της Ήρας, τα οποία αναφέρει ο Παυσανίας (5.17.1). Η Ήρα απεικονιζόταν καθισμένη σε θρόνο και δίπλα της στεκόταν ο Δίας. Το λίθινο αρχαϊκό κεφάλι, που βρέθηκε κοντά στο Ηραίο και σήμερα εκτίθεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ολυμπίας, αποδίδεται με κάποιες επιφυλάξεις στο άγαλμα της θεάς. Στο λατρευτικό άγαλμα απέθεταν κάθε τέσσερα χρόνια οι δεκαέξι ευγενείς Ηλείες, που οργάνωναν τα Ηραία, έναν καινούργιο πέπλο, που ύφαιναν για τη θεά. Για το εσωτερικό του ναού δεν έχουμε άλλες πληροφορίες. Γνωρίζουμε μόνο ότι εδώ φυλασσόταν ο δίσκος του Ιφίτου, επάνω στον οποίο ήταν γραμμένη η ιερή εκεχειρία, ενώ στον οπισθόδομο βρισκόταν η λάρνακα του Κυψέλου, από ξύλο, χρυσό και ελεφαντόδοντο, διακοσμημένη με μυθολογικές παραστάσεις, καθώς και η τράπεζα του Κολώτη, πάνω στην οποία τοποθετούνταν τα στεφάνια αγριελιάς, με τα οποία στεφάνωναν τους Ολυμπιονίκες. 

Σήμερα από το ναό σώζονται τα θεμέλια, οι τεράστιοι του ορθοστάτες του σηκού και το κατώτερο μέρος των κιόνων. Έχουν αναστηλωθεί 4 κίονες. Στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ολυμπίας εκτίθενται θραύσματα από την πήλινη διακόσμηση του θριγκού και το πήλινο κεντρικό ακρωτήριο του ναού.

3. Το Βουλευτήριο

Το βουλευτήριο βρίσκεται νότια του ναού του Δία, έξω από τον ιερό περίβολο της Άλτεως. Είναι από τα αρχαιότερα και σημαντικότερα κτίσματα του ιερού της Ολυμπίας και είχε άμεση σχέση με τη διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων. Ήταν η έδρα της βουλής των Ηλείων, τα μέλη της οποίας είχαν την ευθύνη για τη διοργάνωση των αγώνων, πιθανότατα και των Ελλανοδικών, των κριτών των αγώνων. Εδώ γίνονταν οι καταγραφές των αθλητών, οι κληρώσεις για τη συμμετοχή τους στους αγώνες και οι επίσημες ανακοινώσεις με τα ονόματα των συμμετεχόντων και το πρόγραμμα των αγώνων. Επίσης, εδώ εκδικάζονταν τα παραπτώματα και οι ενστάσεις των αθλητών και αποφασίζονταν οι ποινές τους. Η κατασκευή του βουλευτηρίου άρχισε τον 6ο αι. π.Χ. και ολοκληρώθηκε τον 4ο αι. π.Χ., ενώ μικρές προσθήκες και επεμβάσεις έγιναν και στα ρωμαϊκά χρόνια. 

Το οικοδόμημα αποτελείται από δύο επιμήκη αψιδωτά μέρη, που συνδέονται μεταξύ τους με ένα τετράγωνο κτίσμα και μία ιωνική στοά στο ανατολικό τμήμα τους. Περίπου στα μέσα του 6ου αι. π.Χ. κτίσθηκε η βόρεια αψιδωτή πτέρυγα του κτηρίου (μήκους 30,65 μ. και πλάτους 13,78 μ.), ακολουθώντας το σχέδιο των προϊστορικών αψιδωτών κτισμάτων. Το εσωτερικό της χωριζόταν σε δύο κλίτη από μία σειρά επτά κιόνων. Ένα όμοιο αψιδωτό κτήριο με τις ίδιες διαστάσεις και την ίδια διαρρύθμιση κατασκευάσθηκε νότια του πρώτου, έναν αιώνα αργότερα, τον 5ο αι. π.Χ. Η αψιδωτή απόληξη και των δύο κτηρίων απομονώνεται με τοίχο από το υπόλοιπο συγκρότημα και χωρίζεται σε δύο μικρά δωμάτια, όπου ίσως φυλάσσονταν τα επίσημα αρχεία των Ηλείων με τα ονόματα όλων των ολυμπιονικών. Ανάμεσα στις δύο αψιδωτές κατασκευές κτίσθηκε τετράγωνο οικοδόμημα (μήκος πλευράς 14 μ.), το οποίο κατά πάσα πιθανότητα ήταν υπαίθριο. Μέσα σε αυτό υπήρχε ο βωμός και το άγαλμα του Ορκίου Διός, που ήταν τρομακτικός στην όψη και απεικονιζόταν να κρατάει κεραυνούς στα χέρια του. Εδώ οι αθλητές και οι κριτές, πατώντας επάνω σε "τόμια", δηλαδή γεννητικά όργανα κάπρου, έδιναν πριν από τους αγώνες τον καθιερωμένο ιερό όρκο. Ο περιηγητής Παυσανίας (5.24.9), μας περιγράφει όλη τη διαδικασία: οι αθλητές, οι συγγενείς που τους συνόδευαν και οι γυμναστές τους ορκίζονταν ότι θα τηρήσουν τους κανόνες των αγώνων και θα αγωνισθούν τίμια, χωρίς να διαπράξουν κανένα παράπτωμα. Οι κριτές ορκίζονταν ότι θα κρίνουν δίκαια και δεν θα δωροδοκηθούν. Μάλιστα, σε μία επιγραφή στα πόδια του θεού αναγράφονταν οι κατάρες και οι ποινές για τους επίορκους. Λίγο αργότερα, τον 4ο αι. π.Χ., κατά μήκος της ανατολικής πλευράς του συγκροτήματος κτίσθηκε μία ιωνική στοά, αποτελούμενη από 27 κίονες, που συνέδεσε τα τρία κτίσματα του βουλευτηρίου. Μπροστά στη στοά αυτή, πολύ αργότερα, στα ρωμαϊκά χρόνια, προστέθηκαν τρεις δωρικές στοές (βόρεια, ανατολικά και νότια) σχηματίζοντας μία τραπεζιόσχημη αυλή. 

Σήμερα από το μνημείο σώζονται μόνο τα θεμέλια. Έχουν πραγματοποιηθεί μικρής εκτάσεως αναστηλωτικές εργασίες, ενώ έχουν γίνει δενδροφυτεύσεις γύρω από το μνημείο και στο χώρο ανάμεσα στις δύο αψιδωτές κατασκευές.

4. Το Πρυτανείο

Το Πρυτανείο ήταν από τα αρχαιότερα και σημαντικότερα κτίσματα της Ολυμπίας, αφού αποτελούσε το κέντρο της διοικητικής και πολιτικής ζωής του ιερού και το κέντρο διοίκησης των Ολυμπιακών Αγώνων. Βρίσκεται μέσα στον ιερό περίβολο, ακριβώς στη βορειοδυτική γωνία του, δίπλα στην είσοδο της Άλτεως και απέναντι από το γυμνάσιο. Ήταν η έδρα των πρυτάνεων, αξιωματούχων του ιερού και υπευθύνων για τις θυσίες στους βωμούς των θεών, που γίνονταν μία φορά κάθε μήνα. Ο Παυσανίας (5.15.8) το αναφέρει ως ''Πρυτανείο των Ηλείων''. Η κατασκευή του χρονολογείται στο τέλος του 6ου ή στις αρχές του 5ου αι. π.Χ. και αρχικά ήταν ένα μικρό οικοδόμημα, το οποίο σταδιακά διευρύνθηκε με τις διάφορες προσθήκες και μετασκευές που δέχθηκε στα μεταγενέστερα χρόνια. 

Το κτήριο είναι τετράγωνο, με μήκος πλευράς 32,80 μ. Στο μέσο της νότιας πλευράς του υπάρχει είσοδος, που οδηγεί σε ένα τετράγωνο δωμάτιο στο κέντρο του κτηρίου, με διαστάσεις 6,80 x 6,80 μ. Εδώ υπήρχε η ιερή εστία του Κοινού των Ηλείων, όπου έκαιγε το ''άσβεστον πυρ''. Σύμφωνα με τον Παυσανία η εστία ήταν σχηματισμένη από στάχτη και πάνω σε αυτή έκαιγε φωτιά μέρα και νύχτα. Τη στάχτη αυτή από την εστία τη μετέφεραν στο μεγάλο βωμό του Δία και αυτό συντελούσε στην αύξηση του όγκου του βωμού. Στο πρυτανείο βρισκόταν και το εστιατόριο, όπου οι Ηλείοι παρέθεταν τα επίσημα δείπνα προς τιμήν των Ολυμπιονικών. Η ακριβής θέση του δεν είναι γνωστή, αλλά πιθανόν ήταν στη στοά της δυτικής πλευράς ή στο βόρειο τμήμα του κτηρίου. Επίσης, στο εσωτερικό του πρυτανείου, δεξιά της εισόδου, υπήρχε και βωμός αφιερωμένος στο θεό Πάνα. 

Σήμερα το εσωτερικό του μνημείου δεν είναι επισκέψιμο.

5. Το Αρχαίο Στάδιο

Το στάδιο της Ολυμπίας είναι ο χώρος όπου τελούνταν οι αρχαίοι Ολυμπιακοί Αγώνες αλλά και τα Ηραία, αγώνες γυναικών προς τιμήν της Ήρας. Βρίσκεται ανατολικά της Άλτεως, ακριβώς έξω από τη βορειοανατολική γωνία του ιερού περιβόλου, αλλά η θέση του δεν ήταν η ίδια στους πρώτους αιώνες τέλεσης των αγώνων. Πριν από τον 6ο αι. π.Χ. το αγώνισμα του σταδίου δρόμου γινόταν σε έναν επίπεδο χώρο, χωρίς κανονικά πρανή, κατά μήκος του ανδήρου των θησαυρών, στα ανατολικά του μεγάλου βωμού του Δία. Κατά την αρχαϊκή εποχή, γύρω στα μέσα του 6ου αι. π.Χ., έγινε η πρώτη διαμόρφωση του σταδίου (στάδιο Ι), που ήταν μία απλή εξομάλυνση του εδάφους στα νότια του Κρονίου λόφου, μέσα στον ιερό χώρο της Άλτεως. Η δυτική στενή πλευρά του σταδίου, η άφεση, ήταν ανοικτή προς το μεγάλο βωμό του Δία, προς τιμήν του οποίου γίνονταν οι αγώνες. Λίγο αργότερα, στα τέλη του 6ου αι. π.Χ., δημιουργήθηκε το στάδιο ΙΙ. Ο στίβος μεταφέρθηκε ανατολικότερα και επεκτάθηκε και μετά το πέρας του ανδήρου των θησαυρών. Κατά μήκος της νότιας πλευράς διαμορφώθηκε τεχνητό πρανές για τους θεατές, ύψους περίπου 3 μ., ενώ στη βόρεια πλευρά χρησιμοποιήθηκε το φυσικό πρανές στις υπώρειες του Κρονίου λόφου. Στις αρχές του 5ου αι. π.Χ., όταν οικοδομήθηκε ο μεγάλος ναός του Δία, το στάδιο έλαβε την τελική του μορφή, αυτή που βλέπει σήμερα ο επισκέπτης (στάδιο ΙΙΙ). Οι αγώνες είχαν πια αποκτήσει μεγάλη αίγλη, οι θεατές ήταν χιλιάδες και οι αθλητές που συμμετείχαν στα αγωνίσματα περισσότεροι από πριν. Οι λόγοι αυτοί ήταν αρκετοί για να αποκτήσει η Ολυμπία ένα μεγαλύτερο στάδιο, το οποίο μετατοπίσθηκε 82 μ. ανατολικότερα και 7 μ. προς τα βόρεια. Ο προσανατολισμός του παρέμεινε ο ίδιος και δημιουργήθηκαν τεχνητά πρανή για τους θεατές σε όλες τις πλευρές του. Στα μέσα περίπου του 4ου αι. π.Χ., με την κατασκευή της στοάς της Ηχούς, το στάδιο απομονώθηκε οριστικά από την ιερά Άλτι, γεγονός που απηχεί το πνεύμα της εποχής, καθώς οι αγώνες είχαν χάσει πλέον τον καθαρά θρησκευτικό τους χαρακτήρα και αποτελούσαν γεγονός περισσότερο αθλητικό και κοσμικό. 

Ο στίβος του σταδίου έχει μήκος 212,54 μ. και πλάτος 30 περίπου μ. Η απόσταση ανάμεσα στις δύο λίθινες βαλβίδες, που σηματοδοτούν τις αφέσεις, είναι 192,27 μ., δηλαδή ένα ολυμπιακό στάδιο ή 600 ολυμπιακά πόδια (1 πους=32,04 εκ.). Στο νότιο πρανές του σταδίου υπάρχει η εξέδρα των Ελλανοδικών και απέναντι, στο βόρειο πρανές, ο βωμός της Δήμητρας Χαμύνης, όπου καθόταν η ιέρεια της θεάς, η μοναδική γυναίκα που επιτρεπόταν να παρακολουθήσει τους αγώνες. Υπολογίζεται ότι το στάδιο χωρούσε περίπου 45.000 θεατές, ωστόσο δεν απέκτησε ποτέ λίθινα καθίσματα και οι θεατές κάθονταν κατά γης. Ελάχιστα λίθινα καθίσματα υπήρχαν μόνο για τους επισήμους, ενώ στα ρωμαϊκά χρόνια πιθανόν κατασκευάσθηκαν ξύλινα έδρανα στα πρανή (στάδιο IV-V) και έγιναν εργασίες συντήρησης. Γύρω από το στίβο υπήρχε λίθινος αγωγός, με μικρές λεκάνες ανά διαστήματα, όπου συγκεντρώνονταν τα νερά από τα πρανή. Στα τέλη του 3ου αι. π.Χ. κατασκευάσθηκε η μνημειακή είσοδος του σταδίου, η λεγόμενη Κρυπτή, μία λίθινη καμαροσκεπής στοά μήκους 32 μ., από την οποία έμπαιναν στο στάδιο οι αθλητές. Στα ρωμαϊκά χρόνια, στο δυτικό της άκρο προστέθηκε ένα μνημειακό πρόπυλο. Από την ανασκαφή του χώρου προέρχεται πλήθος ευρημάτων, κυρίως χάλκινων, τα οποία βρέθηκαν μέσα στα φρέατα, που είχαν ανοιχθεί στα πρανή ήδη από την αρχαϊκή εποχή, για να εξασφαλίσουν νερό στους θεατές. Όταν αχρηστεύθηκαν τα φρέατα αυτά, χρησιμοποιήθηκαν ως αποθέτες. 

Το στάδιο ερευνήθηκε για πρώτη φορά στις παλαιές γερμανικές ανασκαφές, οπότε αποκαλύφθηκαν τα ακριβή όρια του στίβου, ενώ η πλήρης αποκάλυψη του μνημείου έγινε από τις νεότερες γερμανικές ανασκαφές, την περίοδο 1952-1966. Στις 18/08/2004, το αρχαίο στάδιο της Ολυμπίας ξαναγνώρισε την παλαιά του αίγλη, μετά από 1611 χρόνιααφού φιλοξένησε το αγώνισμα της σφαιροβολίας ανδρών και γυναικών στο πλαίσιο των σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας.

6. Το Αρχαίο Γυμνάσιο

Το αρχαίο γυμνάσιο της Ολυμπίας οικοδομήθηκε στον επίπεδο χώρο βορειοδυτικά της Άλτεως, δίπλα στην κοίτη του ποταμού Κλαδέου και ανήκει στο ίδιο συγκρότημα με την παλαίστρα, που βρίσκεται ακριβώς στη συνέχειά του προς νότο. Εξυπηρετούσε τις προπονήσεις των αθλητών στα αγωνίσματα δρόμου και στο πένταθλο, που παλαιότερα γίνονταν στον ίδιο χώρο, αλλά στην ύπαιθρο. Το γυμνάσιο διαμορφώθηκε στα ελληνιστικά χρόνια, και το κτήριο που σώζεται σήμερα χρονολογείται στο 2ο αι. π.Χ. 

Πρόκειται για μεγάλο περίκλειστο μακρόστενο κτίσμα, με ευρύχωρη αυλή στο κέντρο και δωρικές στοές στις τέσσερις πλευρές του. Στη δυτική πλευρά του πιθανόν υπήρχε μακρά σειρά από δωμάτια, που χρησίμευαν ως καταλύματα των αθλητών. Η ανατολική στοά έχει ερευνηθεί περισσότερο. Αποτελείται από έναν εξωτερικό τοίχο, διπλή εσωτερική δωρική κιονοστοιχία με 66 κίονες και δεύτερη κιονοστοιχία, με 60 κίονες, στην πρόσοψη προς την αυλή. Ο τοίχος είναι κτισμένος με ορθογώνιους πωρόλιθους στο κατώτερο μέρος και εξωτερικά είχε κτιστές αντηρίδες, ενώ η ανωδομή του ήταν από πλίνθους. Το μήκος της στοάς είναι όσο και το μήκος του ολυμπιακού σταδίου και στο δάπεδό της, στα δύο άκρα, σώζονται δύο αυλακώσεις, όπως και στο στάδιο, που ορίζουν την αφετηρία και το τέρμα. Έτσι, οι αθλητές του δρόμου είχαν ακριβώς την ίδια απόσταση να διανύσουν και στις προπονήσεις τους. Η εσωτερική διπλή κιονοστοιχία χωρίζει κατά μήκος τη στοά σε δύο διαδρόμους. Ο εξωτερικός λεγόταν "ξυστός", επειδή για τη συντήρησή του έπρεπε να ξύνεται, ενώ ο εσωτερικός διάδρομος, που έβλεπε στην αυλή, ονομαζόταν "παραδρομίς" και ήταν βοηθητικός του πρώτου. Στο μεγάλο υπαίθριο χώρο του γυμνασίου, που είχε μήκος περίπου 220 μ. και πλάτος 100 μ., γινόταν η προπόνηση των αθλητών στα αγωνίσματα του ακοντίου και του δίσκου, δηλαδή σε αυτά που απαιτούσαν μεγάλο χώρο. Στη νοτιοανατολική γωνία του κτηρίου, ακριβώς απέναντι από τη βορειοδυτική είσοδο της Άλτεως, στο τέλος του 2ου αι. π.Χ. προστέθηκε μεγάλο μνημειακό πρόπυλο, που οικοδομήθηκε επάνω σε βαθμιδωτό βάθρο. Έχει μήκος 15,50 μ., πλάτος 9,80 μ. και αμφιπρόστυλη κορινθιακή πρόσοψη. Το εσωτερικό του χωριζόταν σε τρία κλίτη από δύο σειρές κορινθιακών κιόνων, που συγκρατούσαν θριγκό διακοσμημένο με βουκράνια, ενώ την οροφή του κοσμούσαν λίθινα φατνώματα. Λίγο αργότερα, γύρω στον 1ο αι. π.Χ. πρέπει να προστέθηκε και η μικρότερη, νότια στοά, που ακουμπούσε στην παλαίστρα και παρείχε πρόσβαση σε αυτή. 

Δυστυχώς, το γυμνάσιο δεν σώζεται ολόκληρο. Η δυτική του πλευρά έχει παρασυρθεί από τον ποταμό Κλαδέο, ενώ το βόρειο τμήμα του δεν έχει ακόμη ερευνηθεί. Το σωζόμενο μέρος του αποκαλύφθηκε και ερευνήθηκε κατά τις νεότερες γερμανικές ανασκαφές.

7. Η Παλαίστρα

Η παλαίστρα βρίσκεται δυτικά της Άλτεως, έξω από τον ιερό περίβολο και πολύ κοντά στον ποταμό Κλαδέο. Οικοδομήθηκε κατά τον 3ο αι. π.Χ. νότια του γυμνασίου και ανήκει στο ίδιο συγκρότημα με αυτό. Χρησίμευε για την προπόνηση των αθλητών στην πυγμή, στην πάλη και στο άλμα. 

Πρόκειται για σχεδόν τετράγωνο κτήριο, διαστάσεων 66,35 x 66,75 μ., κτισμένο σε χαμηλότερο επίπεδο, περίπου 0,70 μ. από το γυμνάσιο. Στο κέντρο του βρίσκεται μία υπαίθρια περίστυλη αυλή, στρωμένη με λεπτή άμμο, που ήταν ο χώρος προπόνησης των αθλητών. Η κιονοστοιχία της αποτελείται συνολικά από 72 δωρικούς κίονες και κάθε πλευρά της είχε μήκος 41 μ. Οι κίονες και το κατώτερο τμήμα των τοίχων ήταν λίθινα, ενώ η ανωδομή των τοίχων ήταν πλινθόκτιστη και ο θριγκός ξύλινος. Γύρω από την αυλή αναπτύσσονταν στεγασμένα δωμάτια διαφόρων διαστάσεων, που χρησιμοποιούσαν οι αθλητές πριν και μετά την προπόνησή τους. Η θύρα τους άνοιγε προς την αυλή και τα περισσότερα είχαν στην πρόσοψη ιωνικούς κίονες. Ιωνική κιονοστοιχία υπήρχε και στην πρόσοψη του μεγάλου στενόμακρου χώρου, που καταλάμβανε σχεδόν ολόκληρη τη νότια πλευρά του κτηρίου. Στο εσωτερικό των δωματίων, κατά μήκος των τοίχων υπήρχαν πάγκοι, που εξυπηρετούσαν τη διδασκαλία ρητόρων και φιλοσόφων. Τα δωμάτια χρησίμευαν ως ελαιοθέσιον (χώρος όπου οι αθλητές άλειφαν το σώμα τους με λάδι), ως κονιστήριον (δωμάτιο όπου οι αθλητές έριχναν σκόνη στο σώμα τους), ως αποδυτήρια και λουτρά. Αρχικά η παλαίστρα είχε δύο εισόδους στη νότια πλευρά της. Αργότερα στη βορειοδυτική γωνία της κτίσθηκε ένα πρόπυλο με τέσσερις δωρικούς κίονες στην πρόσοψη. Αυτή έγινε και η κύρια είσοδος στο κτήριο, ενώ η επικοινωνία με το παρακείμενο γυμνάσιο γινόταν μέσω μιας μικρής θύρας που υπήρχε στο μέσον περίπου του βόρειου τοίχου της παλαίστρας και οδηγούσε στη νότια στοά του γυμνασίου. 

Η παλαίστρα αποκαλύφθηκε και ερευνήθηκε κατά τις νεότερες γερμανικές ανασκαφές. Από το μνημείο σώζονται μόνο τα κατώτερα, λίθινα τμήματα, ενώ έχουν αναστηλωθεί οι 32 από τους 72 κίονες του εσωτερικού περιστυλίου της αυλής.

8. Το Λεωνιδαίο

Το Λεωνιδαίο ήταν μεγάλος πολυτελής ξενώνας, που βρισκόταν στη νοτιοδυτική γωνία του ιερού, έξω από τον περίβολο της Άλτεως. Προοριζόταν για τη φιλοξενία των επισήμων, που έρχονταν στην Ολυμπία κατά τη διάρκεια τέλεσης των Ολυμπιακών Αγώνων. Κτίσθηκε περίπου το 330 π.Χ. και ανοικοδομήθηκε τουλάχιστον δύο φορές στους ρωμαϊκούς χρόνους. Οφείλει τό όνομά του στο δωρητή και αρχιτέκτονά του Λεωνίδη από τη Νάξο, όπως μας πληροφορεί η αναθηματική επιγραφή, που διατηρήθηκε σε τμήματα του επιστυλίου της εξωτερικής ιωνικής στοάς, σε περισσότερες από μία πλευρές του κτηρίου, και αναφέρει ''ΛΕΩΝΙΔΗΣ ΛΕΩΤΟΥ ΝΑΞΙΟΣ ΕΠΟΙΗΣΕ''. Το άγαλμα του Λεωνίδη, που ήταν ο χορηγός του κτιρίου, ήταν στημένο κοντά στη βορειοανατολική γωνία του κτηρίου, εκεί όπου βρέθηκε και το ενεπίγραφο βάθρο του. 

Το Λεωνιδαίο είναι μεγάλο, σχεδόν τετράγωνο κτίσμα, που έχει εξωτερικά στις τέσσερις πλευρές του ιωνική κιονοστοιχία, αποτελούμενη συνολικά από 138 κίονες με ύψος 5,55 μ. Στο κέντρο του βρίσκεται μία αυλή, με περιστύλιο που αποτελείται από 44 δωρικούς κίονες. Ανάμεσα στις δύο κιονοστοιχίες αναπτύσσονται στις τέσσερις πλευρές του κτηρίου τα δωμάτια, που βλέπουν προς την αυλή. Τα πιο ευρύχωρα δωμάτια βρίσκονται στη δυτική πλευρά του, που είχε βάθος 15 μ., ενώ οι υπόλοιπες είχαν βάθος 10 μ. Ανά μία είσοδος υπήρχε στη νότια και βόρεια πλευρά. Επεμβάσεις στο κτήριο έγιναν στα ρωμαϊκά χρόνια, οπότε και διαμορφώθηκε τεχνητή διακοσμητική λίμνη στην κεντρική αυλή. Τότε το κτήριο χρησιμοποιείτο ως κατοικία των Ρωμαίων αξιωματούχων. 

Το μνημείο αποκαλύφθηκε πλήρως κατά τις νεότερες γερμανικές ανασκαφές και κατά το 2003 πραγματοποιήθηκαν εργασίες συντήρησης και στερέωσης των κονιαμάτων των τοίχων. Τμήμα της περίτεχνης διακοσμητικής πήλινης σίμης του κτηρίου μπορεί να θαυμάσει ο επισκέπτης στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ολυμπίας.

9. Το Εργαστήριο του Φειδία

Δυτικά της Άλτεως, έξω από τον ιερό περίβολο και ακριβώς απέναντι από το ναό του Δία, βρίσκεται το εργαστήριο του Φειδία. Εδώ ο μεγάλος γλύπτης της αρχαιότητας φιλοτέχνησε το τεράστιο χρυσελεφάντινο άγαλμα του θεού, το οποίο ήταν ένα από τα επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου. Το εργαστήριο οικοδομήθηκε στο β΄ μισό του 5ου αι. π.Χ., όταν ο Φειδίας, μετά τα έργα του στην Ακρόπολη της Αθήνας, ήλθε στην Ολυμπία για την κατασκευή του αγάλματος. Τα ευρήματα και η κεραμική που προέρχονται από το μνημείο το χρονολογούν με ακρίβεια στην περίοδο 430-420 π.Χ. Αργότερα, το εργαστήριο μετατράπηκε σε χώρο λατρείας. Ο Παυσανίας αναφέρει (5.15.1), ότι όταν επισκέφθηκε το ιερό, το 2ο αι. μ.Χ., στο εσωτερικό του υπήρχε βωμός όπου γίνονταν θυσίες σε όλους τους θεούς. Τον 5ο αι. μ.Χ. στα ερείπια του κτηρίου κτίσθηκε μία παλαιοχριστιανική βασιλική. 

Το εργαστήριο είχε περίπου τις ίδιες διαστάσεις με το σηκό του ναού του Δία (μήκος 32,18 μ. και πλάτος 14,50 μ.), ακριβώς για να εξυπηρετεί την κατασκευή του αγάλματος. Έχει προσανατολισμό Α-Δ, με ορθογώνια στενόμακρη κάτοψη και είσοδο στην ανατολική στενή πλευρά. Ήταν κτισμένο από κογχυλιάτη λίθο και το εσωτερικό του χωριζόταν σε τρία κλίτη από δύο σειρές κιόνων. Στο κεντρικό, πιο πλατύ κλίτος είχε στηθεί το χρυσελεφάντινο άγαλμα, το οποίο είχε ξύλινο πυρήνα και πάνω του ο καλλιτέχνης τοποθετούσε τα χρυσά ελάσματα, τα ελεφάντινα και τα γυάλινα τμήματα. Φαίνεται ότι η επεξεργασία αυτών των τμημάτων γινόταν στα δωμάτια που βρίσκονται νότια και κατά μήκος του κτηρίου, όπου ήταν το κυρίως εργαστήριο. Από τα δωμάτια αυτά προέρχεται μεγάλος αριθμός ευρημάτων, όπως πήλινες μήτρες, που χρησίμευαν στην κατασκευή των πτυχώσεων του ιματίου του αγάλματος, τεμάχια ελεφαντοστού και ημιπολύτιμων λίθων, οστέινα εργαλεία χρυσοχοϊκής, καθώς και γυάλινα φύλλα ανθεμίων. Ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα του εργαστηρίου είναι μία μικρή μελαμβαφής οινοχόη, στη βάση της οποίας είναι χαραγμένη η επιγραφή ΦΕΙΔΙΟ ΕΙΜΙ, δηλαδή ''ανήκω στον Φειδία''. Το τελικό στήσιμο του αγάλματος προφανώς θα έγινε μέσα στο μεγάλο ναό του Δία, όπου μεταφέρθηκε και παρέμεινε για οκτώ περίπου αιώνες. Ο θεός απεικονιζόταν καθισμένος στο θρόνο του. Το πρόσωπο και τα γυμνά μέρη του σώματός του ήταν από ελεφαντόδοντο, ενώ το ιμάτιο που φορούσε ήταν από χρυσό, διακοσμημένο με γυάλινα άνθη και ημιπολύτιμους λίθους. Ο θρόνος όπου καθόταν ο θεός ήταν επίσης από χρυσό και έφερε διακόσμηση από μυθολογικές παραστάσεις. 

Αργότερα, μεταξύ του 435 και 451 μ.Χ., πάνω στους ορθοστάτες του αρχαίου κτηρίου οικοδομήθηκε η παλαιοχριστιανική βασιλική. Ήταν ξυλόστεγη, τρίκλιτη και το ιερό της σχηματίσθηκε με την προσθήκη αψίδας στα ανατολικά, εκεί που βρισκόταν η είσοδος του εργαστηρίου. Το ιερό χωριζόταν από το σηκό με μαρμάρινα χαμηλά θωράκια, τα οποία διατηρούνται στη θέση τους έως σήμερα. Οι τοίχοι ήταν κτισμένοι με πλακαρές οπτοπλίνθους και το δάπεδο ήταν στρωμένο με μαρμάρινες πλάκες, οι οποίες αφαιρέθηκαν κατά την ανασκαφή, προκειμένου να μελετηθεί το παλαιότερο δάπεδο του εργαστηρίου. Η είσοδος της εκκλησίας είναι στη νότια πλευρά του νάρθηκα. Στο νάρθηκα βρέθηκαν χριστιανικές επιγραφές που μας δίνουν πληροφορίες σχετικά με τη μαρμαρόστρωση του δαπέδου, καθώς και στοιχεία για τα επαγγέλματα της εποχής. Η βασιλική της Ολυμπίας είναι η αρχαιότερη γνωστή παλιοχριστιανική εκκλησία της Ηλείας, και καταστράφηκε από το σεισμό του 551 μ.Χ. 

Το μνημείο καθαρίσθηκε αρχικά το 1829 από μέλη της γαλλικής αποστολής και από τότε υπήρχε η πεποίθηση ότι εκεί βρισκόταν και το εργαστήριο του Φειδία, η αποκάλυψη και μελέτη του οποίου ολοκληρώθηκε μεταπολεμικά, με τις γερμανικές ανασκαφές.

10. Ο Θεηκολεών

Δυτικά της Άλτεως, έξω από τον ιερό περίβολο και βόρεια του εργαστηρίου του Φειδία, κτίσθηκε ο Θεηκολεών. Ήταν η έδρα των θεηκόλων, των ιερέων της Ολυμπίας, αλλά αποτελούσε, επίσης κατάλυμα όλου του προσωπικού που υπηρετούσε μόνιμα στο ιερό, όπως ήταν οι σπονδοφόροι, οι μάντεις, οι εξηγητές, οι αυλητές και ο ξυλέας, ο προμηθευτής των ξύλων που χρησιμοποιούσαν στις θυσίες. Το αρχικό οικοδόμημα χρονολογείται στα μέσα του 5ου αι. π.Χ., αλλά υπέστη διάφορες προσθήκες και μετασκευές μέχρι και τα ρωμαϊκά χρόνια. 

Αρχικά το κτίσμα ήταν σχεδόν τετράγωνο, με μήκος πλευράς 19 μ. Είχε μία κεντρική αυλή, γύρω από την οποία υπήρχαν οκτώ δωμάτια. Από αυτά μόνο τα τέσσερα είχαν είσοδο προς την αυλή, το καθένα με στοά δύο κιόνων ανάμεσα σε παραστάδες. Τα άλλα τέσσερα καταλάμβαναν τις γωνίες και δεν επικοινωνούσαν με την αυλή, αλλά είχαν πόρτες προς τα υπόλοιπα δωμάτια. Αργότερα, στην ελληνιστική εποχή, προστέθηκαν τρία ακόμη δωμάτια συνεχόμενα στα ανατολικά, ενώ στα ρωμαϊκά χρόνια έγινε και νέα, πιο μεγάλη επέκταση του κτηρίου. Ανατολικά του ήδη υπάρχοντος συγκροτήματος οικοδομήθηκε ένα νέο, που περιλάμβανε μία μεγάλη κεντρική αυλή με περιστύλιο και γύρω από αυτή πολλά δωμάτια. Η νέα αυτή επέκταση του κτηρίου είχε συνολικές διαστάσεις 38,58 μ. x 40,36 μ. 

Σήμερα το εσωτερικό του Θεηκολεώνα δεν είναι επισκέψιμο.

11. Οι Ζάνες

Μπροστά από την ''Κρυπτή'', τη μνημειακή είσοδο του σταδίου της Ολυμπίας και κατά μήκος του κρηπιδώματος των θησαυρών, σώζονται δεκαέξι βάθρα, τα οποία ήταν τοποθετημένα στη σειρά το ένα δίπλα στο άλλο. Στα βάθρα αυτά κατά την αρχαιότητα υπήρχαν ισάριθμα χάλκινα αγάλματα του Δία, τα οποία, όμως, δεν διασώθηκαν. Πρόκειται για τους λεγόμενους Ζάνες (πληθυντικός αριθμός του ονόματος Ζευς), που έγιναν με χρήματα προστίμων που επιβλήθηκαν στους αθλητές, οι οποίοι δεν σεβάσθηκαν τους κανονισμούς των Ολυμπιακών Αγώνων. Τοποθετήθηκαν, μάλιστα, σε περίοπτη θέση προκειμένου να παραδειγματίζονται οι αθλητές που θα λάμβαναν μέρος στους αγώνες. Σύμφωνα με την αφήγηση του Παυσανία (5.21.2-18), οι αρχαιότεροι από τους Ζάνες έγιναν στην 98η Ολυμπιάδα, δηλαδή το 388 π.Χ. από το χρηματικό πρόστιμο του επιβλήθηκε στο Θεσσαλό Εύπωλο, επειδή δωροδόκησε τρεις πυγμάχους, προκειμένου να ανακηρυχθεί αυτός νικητής. Αργότερα, στην 112η Ολυμπιάδα, δηλαδή το 332 π.Χ., στήθηκαν άλλα έξι αγάλματα, από τον Αθηναίο αθλητή του πεντάθλου Κάλλιππο, ο οποίος δωροδόκησε τους συναθλητές του. Ο Παυσανίας αναφέρει αναλυτικά και τις υπόλοιπες τιμωρίες των αθλητών. Στην 201η Ολυμπιάδα, το 25 μ.Χ., ο Αλεξανδρινός παγκρατιαστής Σαραπίων, τιμωρήθηκε από τους Ηλείους κριτές επειδή μία μέρα πριν από τον αγώνα φοβήθηκε τόσο πολύ, ώστε έφυγε κρυφά. Αυτός ήταν και ο μόνος αθλητής στην ιστορία των Ολυμπιακών Αγώνων που τιμωρήθηκε για δειλία. 

Τα χάλκινα αγάλματα που τοποθετούνταν στα βάθρα ήταν έργα μεγάλων καλλιτεχνών της εποχής. Στην πρώτη από τα ανατολικά βάση, που βρίσκεται μπροστά από την Κρυπτή, σώζεται ακόμα η επιγραφή που μας πληροφορεί ότι το άγαλμα είχε κατασκευάσει ο περίφημος Σικυώνιος γλύπτης Κλέων, ενώ δικό του έργο πρέπει να ήταν και το δεύτερο κατά σειρά άγαλμα. Στην άνω επιφάνεια του ίδιου βάθρου διατηρούνται τα ίχνη στερέωσης του αγάλματος. Από αυτά συμπεραίνουμε ότι ο Δίας απεικονιζόταν σε φυσικό μέγεθος, με το δεξιό πόδι να πατά ολόκληρο, ενώ το αριστερό πατούσε πιο ελαφρά, με τις μύτες. Όλοι οι Ζάνες πρέπει να είχαν την ίδια μορφή, παρά το γεγονός ότι φιλοτεχνήθηκαν σε διαφορετικές εποχές. Όπως αναφέρει ο Παυσανίας, στις βάσεις τους χαρασσόταν ελεγείο (επιγραφή), που ανέφερε το όνομα του παραβάτη καθώς επίσης και συμβουλές προς τους αθλητές, ότι δηλαδή θα έπρεπε να βασίζονται στις σωματικές τους ικανότητες για την ολυμπιακή νίκη και να μην χρησιμοποιούν δόλο. Οι τιμωρίες που επιβλήθηκαν για παράβαση των κανονισμών των αγώνων είναι γενικά πολύ λίγες, γεγονός που αποδεικνύει την τήρηση των κανονισμών και τον απόλυτο σεβασμό των Ελλήνων σε αυτούς. Επίσης αξιοσημείωτο είναι ότι οι ποινές επιβλήθηκαν από τον 4ο αι. π.Χ. και μετά, όταν πλέον είχε σημειωθεί μεταστροφή του αθλητικού πνεύματος και αλλαγή των ηθικών αξιών. Ωστόσο, η αναγραφή ονόματος αθλητή πάνω σε μία τέτοια βάση αποτελούσε όνειδος, τόσο για τον ίδιο όσο και για την πόλη του. 

Οι Ζάνες αποκαλύφθηκαν κατά τις πρώτες ανασκαφές του ιερού από τους γερμανούς αρχαιολόγους.

12. Το Φιλιππείο

Το Φιλιππείο είναι το μοναδικό κυκλικό οικοδόμημα της Άλτεως και ένα από τα ωραιότερα δείγματα της αρχαίας ελληνικής αρχιτεκτονικής. Είναι κτισμένο σε περίοπτη θέση μέσα στον ιερό περίβολο, στα δυτικά του ναού της Ήρας. Αφιερώθηκε στο ιερό του Δία από το Φίλιππο Β΄, βασιλιά της Μακεδονίας, μετά τη νίκη του στη μάχη της Χαιρώνειας το 338 π.Χ. και αποδεικνύει τη μεγάλη πολιτική σημασία που είχε το ιερό εκείνη την εποχή. Μετά το θάνατο του Φιλίππου, το 336 π.Χ., η κατασκευή του μνημείου αποπερατώθηκε από το γιο του, τον Μ. Αλέξανδρο, ο οποίος πρόσθεσε στο εσωτερικό και τα αγάλματα των μελών της οικογένειάς του, έργα του περίφημου γλύπτη Λεωχάρη. Το μνημείο, εκτός από αναθηματικό χαρακτήρα είχε και λατρευτικό, αφού χρησιμοποιήθηκε για τη λατρεία της ηρωοποιημένης βασιλικής οικογένειας των Μακεδόνων. 

Το Φιλιππείο ήταν όμορφο και ιδιαίτερα κομψό οικοδόμημα. Πάνω σε κυκλική μαρμάρινη κρηπίδα με τρία σκαλοπάτια, υψώνονταν δεκαοκτώ ιωνικοί κίονες, οι οποίοι στήριζαν πώρινο ιωνικό θριγκό. Η στέγη ήταν καλυμμένη με μαρμάρινα κεραμίδια και η κορυφή της κατέληγε σε χάλκινο κάλυκα παπαρούνας. Ο σηκός ήταν κτισμένος από ορθογώνιους πωρόλιθους, οι οποίοι στο εσωτερικό του μνημείου έφεραν ερυθρωπό επίχρισμα, με χρωματισμένους λευκούς αρμούς. Αυτό έδινε την εντύπωση ότι εσωτερικά οι τοίχοι ήταν κτισμένοι με πήλινα ψημένα τούβλα και αυτή την εικόνα κατέγραψε και ο περιηγητής Παυσανίας (5.20.9), που είδε το μνημείο το 2ο αι. μ.Χ. Στο εσωτερικό του σηκού, περιμετρικά, υπήρχαν εννέα κορινθιακοί ημικίονες. Απέναντι από την είσοδο, στο μέσο του σηκού, επάνω σε ημικυκλικό βάθρο ήταν στημένες πέντε χρυσελεφάντινες πλαστικές εικόνες, που απεικόνιζαν τα μέλη της βασιλικής οικογένειας: του Μ. Αλεξάνδρου, των γονέων του, Φιλίππου και Ολυμπιάδας, και των γονέων του Φιλίππου, Αμύντα και Ευρυδίκης. Τα αγάλματα των δύο γυναικών αργότερα μεταφέρθηκαν μέσα στο ναό της Ήρας, που είχε μετατραπεί σε ένα είδος θησαυροφυλακίου, και εκεί τα είδε ο Παυσανίας. Σήμερα δεν σώζεται κανένα από αυτά. 

Από το μνημείο διατηρούνται κατά χώραν μόνο τα θεμέλια και τα κατώτερα τμήματα των τοίχων. Όμως, με την ευκαιρία των Ολυμπιακών Αγώνων 2004, το Μουσείο του Βερολίνου επέστρεψε δέκα αρχιτεκτονικά μέλη του Φιλιππείου (τμήματα από την κρηπίδα, θραύσματα από κίονες, ένα κορινθιακό κιονόκρανο, τμήματα μαρμάρινης σίμης με την υδρορροή σε σχήμα λεοντοκεφαλής και μία μαρμάρινη κεραμίδα), με σκοπό την αναστήλωσή του. Η μερική αναστήλωση του μνημείου ολοκληρώθηκε το έτος 2005.

13. Η Στοά της Ηχούς

Η Στοά της Ηχούς κτίστηκε γύρω στα 350 π.Χ. και αποτελούσε το ανατολικό όριο της Ιεράς Άλτης. Με την κατασκευή της απομονώθηκε το Στάδιο από την Άλτη. Οφείλει το όνομά της στη ακουστική της, εφόσον ο ήχος επαναλαμβανόταν επτά φορές. Για το λόγο αυτό ονομαζόταν και Επτάηχος. Στο εσωτερικό της υπήρχε ζωγραφικός διάκοσμος από μεγάλους ζωγράφους της εποχής και ονομάστηκε και Ποικίλη Στοά. 

Είναι μήκους 98 μ. και αποτελείται από μία εξωτερική δωρική κιονοστοιχία με 44 κίονες και μία εσωτερική που δεν έχει διευκρινιστεί αν ήταν ιωνική ή κορινθιακή. 

Στα μέσα του 3ου αι. π.Χ. μπροστά στη Στοά της Ηχούς κατασκευάστηκε το μνημείο του Πτολεμαίου Β΄ (του φιλάδελφου) και της Αρσινόης. Το μνημείο αυτό αποτελείται από μεγάλη λίθινη κρηπίδα, μήκους 20 μ. και πλάτους 4 μ., που στα δύο άκρα της υπήρχαν δύο ιωνικοί κίονες, ύψους 8,89 μ., πάνω στους οποίους ήταν τοποθετημένα τα επίχρυσα αγάλματα του Πτολεμαίου και της Αρσινόης. Από το εντυπωσιακό μνημείο σώζεται η λίθινη κρηπίδα και τμήματα των ιωνικών κιόνων.

14. Το Μνημείο των Πτολεμαίων

Κατά την ταραγμένη περίοδο των Διαδόχων που ακολούθησε το θάνατο του Μ.Αλεξάνδρου (323 π.Χ.) και τις διαμάχες τους για την κυριαρχία της Ελλάδος, η νέα δυναστεία των Πτολεμαίων, με έδρα της την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, προχωρά γύρω στα 270 π.Χ. στην ανέγερση μνημείου μπροστά στην Στοά της Ηχούς. 

Με σκοπό την προβολή των ηγετών της στη συνείδηση των προσκυνητών του ιερού της Ολυμπίας κατασκευάζεται κρηπίδα ή πόδιο μήκους περίπου 20μ. και πλάτους 4μ., και στις γωνίες της ανεγείρονται δύο ιωνικοί κίονες ύψους περίπου 9μ., όπου τοποθετήθηκαν, αντίστοιχα, τα αγάλματα του Πτολεμαίου Β΄ Φιλάδελφου και της αδελφής και συζύγου του Αρσινόης. Το τιμητικό αυτό ανάθημα, ένα από τα λαμπρότερα του είδους του, αφιέρωσε ο διοικητής του Αιγυπτιακού στόλου Καλλικράτης στο ιερό του Διός, προς τιμήν του βασιλικού ζεύγους, στην υπηρεσία του οποίου βρισκόταν. 

Από τις πρόσφατες έρευνες στο ιερό προέκυψαν ενδείξεις, που υποδεικνύουν τη δυναστεία των Πτολεμαίων, και μάλιστα τον ίδιο τον Πτολεμαίο Β΄, ως ευεργέτη-χορηγό της Παλαίστρας, στη δυτική πλευρά του ιερού. 

Τον Απριλίο του 2017 εγκαινιάστηκε ο αναστηλωμένος βόρειος κίονας του αναθηματικού μνημείου των Πτολεμαίων, έργο που ολοκληρώθηκε χάρη στην άριστη συνεργασία του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου (DAI) Αθηνών με τις αρμόδιες Υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού και την Εφορεία Αρχαιοτήτων Ηλείας, έπειτα από την ευγενική χορηγία του Ιδρύματος Regula Pestalozzi.

15. Το Μητρώον

Το Μητρώο ήταν ναός αφιερωμένος στη μητέρα των θεών, Ρέα, που αργότερα μετονομάστηκε Κυβέλη. Βρίσκεται ανατολικά του Ηραίου, μπροστά από το άνδηρο των θησαυρών, σε χώρο όπου προϋπήρχε λατρεία για πολλούς αιώνες, ίσως ήδη από την προϊστορική εποχή. Οι θεότητες που λατρεύονταν εδώ πριν από τη Ρέα ήταν κυρίως η Μητέρα Γη, στην οποία ήταν αφιερωμένο το ιερό Γαίον, και η Ειλείθυια, που ήταν συγγενική θεά και επίσης σχετιζόταν με τη μητρότητα. 

Ο ναός κτίστηκε στις αρχές του 4ου αι. π.Χ. και είναι μικρός σε διαστάσεις, δωρικού ρυθμού, περίπτερος, με έξι κίονες στις στενές και ένδεκα στις μακρές πλευρές. Οι κίονες είχαν διάμετρο 0,85 μ. στο κατώτερο μέρος τους, ύψος 4,63 μ., ήταν όλοι κατασκευασμένοι από κογχυλιάτη λίθο και έφεραν λευκό επίχρισμα. Ο ναός αποτελείται από πρόναο, σηκό και οπισθόδομο. Ο πρόναος και ο οπισθόδομος ήταν δίστυλοι εν παραστάσι, ενώ άγνωστο παραμένει αν υπήρχαν εσωτερικές κιονοστοιχίες στο σηκό. Λίθινο ήταν επίσης το επιστύλιο και το διάζωμα, με τις λίθινες τριγλύφους και μετόπες, ενώ η στέγη ήταν ξύλινη, καλυμμένη με πήλινα κεραμίδια. Πιθανότατα ο βωμός του ναού, επίσης αφιερωμένος στη Ρέα, βρισκόταν είτε στα δυτικά του ή πιο ψηλά, ανάμεσα στους θησαυρούς. Στους πρώιμους αυτοκρατορικούς χρόνους ο ναός μετατράπηκε σε χώρο λατρείας του αυτοκράτορα Αυγούστου και αργότερα χρησιμοποιήθηκε για τη λατρεία γενικά των Ρωμαίων αυτοκρατόρων. Στο σηκό, στα χρόνια του Αυγούστου τοποθετήθηκε ένας υπερφυσικού μεγέθους ανδριάντας του αυτοκράτορα, που τον παρίστανε ως Δία, να κρατεί κεραυνό και σκήπτρο, και ίσως είχε λατρευτικό χαρακτήρα. Το άγαλμα βρέθηκε στις ανασκαφές και εκτίθεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ολυμπίας. Επίσης, βρέθηκαν έξι ακόμη αγάλματα, τρία ανδρικά και τρία γυναικεία, που πιστεύεται ότι ανήκουν στους αυτοκράτορες Κλαύδιο, Τίτο, Βεσπασιανό, και στις Αγριππίνα και Δομιτία. 

Σήμερα από το μνημείο σώζεται μόνο ο στυλοβάτης και τμήματα από το θριγκό. Στο χώρο του γίνονται εργασίες καθαρισμού, ενώ παράλληλα μελετώνται τα αρχιτεκτονικά του μέλη.

16. Το Νοτιοανατολικό κτήριο 

Το ιερό, που είναι γνωστό ως νοτιοανατολικό κτήριο, βρίσκεται στη νοτιοανατολική γωνία της Άλτεως και ήταν αφιερωμένο πιθανότατα στη θεά Εστία. Αποτελούσε, επίσης, το ανατολικό όριο του ιερού, μαζί με τη στοά της Ηχούς, που κτίσθηκε αργότερα λίγο πιο βόρεια. Το κτήριο οικοδομήθηκε στο α΄ μισό του 5ου αι. π.Χ. και φαίνεται ότι λειτουργούσε μέχρι τον 1ο αι. π.Χ., οπότε άρχισαν να κτίζονται πάνω σε αυτό τα μεταγενέστερα οικοδομήματα. Τον 2ο αι. μ.Χ., όταν ο Παυσανίας επισκέφθηκε το ιερό του Δία, δεν ήταν πλέον ορατό, διότι στην ίδια θέση είχαν ήδη κτιστεί άλλα κτηριακά συγκροτήματα, όπως η λεγόμενη ''Οικία του Νέρωνα''. 

Το οικοδόμημα δεν κτίσθηκε με ενιαίο αρχιτεκτονικό πρόγραμμα, αλλά σταδιακά. Αρχικά κατασκευάσθηκαν τα δύο γωνιακά δωμάτια και ο πίσω τοίχος με ένα αίθριο, διαστάσεων 23 x 29 μ. Από το κτίσμα αυτό διατηρούνται σήμερα μόνο ελάχιστα τμήματα των τοίχων. Λίγο αργότερα, στην αρχική κατασκευή προστέθηκαν τα δύο κεντρικά δωμάτια και στα δυτικά μία δωρική στοά, που περιέβαλλε στις τρεις πλευρές το παλαιότερο συγκρότημα. Είχε δεκαεννέα κίονες προς την πλευρά της Άλτεως, από οκτώ κίονες σε κάθε στενή πλευρά, και οικοδομήθηκε για να αποτελέσει την πρόσοψη του κτηρίου προς την Άλτι. Η προσθήκη αυτή έγινε πιθανότατα στις αρχές του 4ου αι. π.Χ., μετά τον ισχυρό σεισμό του 373 π.Χ. Το τελικό κτήριο είχε διαστάσεις 36,42 x 14,66 μ. Από το μνημείο προέρχονται αρχιτεκτονικά μέλη και τμήματα από την πήλινη σίμη, που έφερε ανθεμωτή διακόσμηση. 

Το οικοδόμημα σήμερα δεν είναι ορατό λόγω των επεμβάσεων που έγιναν στο χώρο κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους.

17. Ο Βωμός του Δία

Στο χώρο που εκτείνεται ανατολικά του ναού της Ήρας και του Πελοπίου υπήρχε στην αρχαιότητα ο μεγάλος βωμός του Δία, από τον οποίο, όμως, σήμερα δεν διατηρείται κανένα ίχνος. Ωστόσο, τα πολυάριθμα χάλκινα ειδώλια που βρέθηκαν στο χώρο μέσα σε παχύ στρώμα στάχτης, προέρχονται από το βωμό αυτό. Σύμφωνα με το μύθο, τη θέση του βωμού όρισε ο ίδιος ο Δίας, με κεραυνό που έριξε από τον Όλυμπο. Η ολοκληρωτική καταστροφή του πιθανότατα έγινε στα χρόνια του Θεοδοσίου Α΄, ο οποίος κατάργησε τους Ολυμπιακούς Αγώνες, και στα χρόνια του εγγονού του, Θεοδοσίου Β΄. 

Η μορφή του βωμού είναι γνωστή από την αναλυτική περιγραφή του περιηγητή Παυσανία (5.13.8-11), που τον είδε το 2ο αι. μ.Χ. Ο βωμός ήταν κυκλικός ή ελλειψοειδής και διαμορφωνόταν σε δύο επίπεδα: την πρόθυση και τον κυρίως βωμό. Η πρόθυση ήταν ένα κρηπίδωμα ύψους περίπου 3 μ. και στις δύο στενές πλευρές της υπήρχαν σκαλοπάτια για να μπορεί κανείς να ανέβει πάνω σε αυτή. Ο κυρίως βωμός είχε κωνικό σχήμα, με περίμετρο 9,5 μ., και είχε σχηματισθεί πάνω στην πρόθυση από τη στάχτη των ζώων που θυσίαζαν, και από τα οποία έκαιγαν τους μηρούς. Μία στενή κλίμακα, τα σκαλοπάτια της οποίας ήταν σκαλισμένα στη στάχτη, οδηγούσε στην κορυφή. Το συνολικό ύψος του βωμού, πάντα σύμφωνα με την περιγραφή του Παυσανία, υπολογίζεται στα 6,5 μ. Η θυσία του ζώου γινόταν στην πρόθυση και στη συνέχεια οι ιερείς μετέφεραν τους μηρούς στο ψηλότερο σημείο του βωμού, όπου και τους έκαιγαν. Στην πρόθυση μπορούσαν να ανέβουν και γυναίκες, στον κυρίως βωμό, όμως, μόνο ιερείς και άνδρες. Θυσίες στο βωμό αυτό προς τιμήν του Δία γίνονταν συνεχώς και όχι μόνο κατά τη διάρκεια των γιορτών. Αναφέρεται, μάλιστα, ότι την (19η) δεκάτη ενάτη ημέρα του μηνός Ελαφιώνος (τέλος Μαρτίου) οι μάντεις του ιερού έφερναν τη στάχτη από το βωμό της Εστίας, που βρισκόταν στο Πρυτανείο, και αφού την ανακάτευαν με νερό του ποταμού Αλφειού, έκαναν πηλό και επάλειφαν με αυτόν το βωμό. Μάλιστα, ο Παυσανίας διευκρινίζει ότι το ανακάτεμα της στάχτης γινόταν μόνο με νερό του Αλφειού, ο οποίος θεωρείτο ως το πιο αγαπημένο ποτάμι του Δία. Επίσης αναφέρεται ότι για τις θυσίες χρησιμοποιούσαν ξύλα λεύκης, όπως είχε κάνει σύμφωνα με το μύθο και ο Ηρακλής όταν θυσίασε στο Δία.

18. Ο Βωμός της Ήρας

Ανατολικά του ναού της Ήρας, κατά τον κεντρικό άξονα του ναού, σώζονται τα θεμέλια ενός βωμού, που ήταν αφιερωμένος στη θεά Ήρα. Πρόκειται για μικρή, στενόμακρη κατασκευή, φτιαγμένη από πωρόλιθο, με μήκος 5,80 μ. και πλάτος 3,50 μ. Κτίστηκε τον 6ο αι. π.Χ., δηλαδή την ίδια περίοδο με το Ηραίο. Ωστόσο στη θέση αυτή υπήρχε και παλαιότερα ένας απλούστερος βωμός της Ήρας, ο οποίος σχηματιζόταν από τη στάχτη των ζώων που θυσιάζονταν στη θεά, όπως και ο μεγάλος βωμός του Δία.

Στο βωμό της Ήρας γίνεται σήμερα η αφή της Ολυμπιακής Φλόγας. Η τελετή καθιερώθηκε το 1936 στην Ολυμπιάδα του Βερολίνου και από τότε πραγματοποιείται κάθε 4χρόνια, πριν τους Ολυμπιακούς Αγώνες. 

Η ιερή φλόγα ανάβει από κάτοπτρο με τις ακτίνες του ήλιου, και στη συνέχεια πομπή ιερειών την μεταφέρει στο Στάδιο. Από εκεί αρχίζει το μεγάλο ταξίδι της προς την πόλη που οργανώνει τους Ολυμπιακούς Αγώνες, μεταφέροντας με τον τρόπο αυτό το μήνυμα ειρήνης και συναδέλφωσης που στέλνει η Ολυμπία σε όλο τον κόσμο.

19. Το Βάθρο της Νίκης του Παιωνίου

Στο χώρο της ιεράς Άλτεως υπάρχουν εκατοντάδες βάθρα, πολλά από τα οποία είναι ενεπίγραφα, και αρκετά αποτελούσαν βάσεις αγαλμάτων. Ένα από τα πιο σημαντικά βρίσκεται περίπου 30 μ. ανατολικά του ναού του Δία, αριστερά της εισόδου του. Πρόκειται για το τεράστιο βάθρο επάνω στο οποίο ήταν στημένη η Νίκη του Παιωνίου, το θαυμάσιο γλυπτό της κλασικής εποχής. Στην πρόσοψη του βάθρου είχε χαραχθεί αναθηματική επιγραφή, η οποία μας πληροφορεί ότι η Νίκη ήταν αφιέρωμα των Μεσσηνίων και των Ναυπακτίων στον Ολύμπιο Δία, για τη νίκη τους κατά των Λακεδαιμονίων στον Αρχιδάμειο πόλεμο, πιθανότατα το 421 π.Χ.: "ΜΕΣΣΑΝΙΟΙ ΚΑΙ ΝΑΥΠΑΚΤΙΟΙ ΑΝΕΘΕΝ ΔΙΙ ΟΛΥΜΠΙΩΙ ΔΕΚΑΤΑΝ ΑΠΟ ΤΩΜ ΠΟΛΕΜΙΩΝ". Η γλώσσα που χρησιμοποιείται εδώ είναι δωρική, επειδή οι αναθέτες του μνημείου ήταν Δωριείς. Λίγο πιο κάτω, με μικρότερα γράμματα αναφέρεται το όνομα του γλύπτη Παιωνίου από τη Μένδη: "ΠΑΙΩΝΙΟΣ ΕΠΟΙΗΣΕ ΜΕΝΔΑΙΟΣ ΚΑΙ Τ' ΑΚΡΩΤΗΡΙΑ ΠΟΙΩΝ ΕΠΙ ΤΟΝ ΝΑΟΝ ΕΝΙΚΑ". Η επιγραφή ήταν χαραγμένη στον τρίτο από κάτω λίθο του βάθρου, σε ύψος περίπου 2 μ. από το έδαφος, ώστε να είναι εύκολα ορατή από τους επισκέπτες του ιερού. 

Η βάση αποτελείται από δώδεκα επάλληλους τριγωνικούς δόμους και έφθανε σε ύψος περίπου 9 μ. Είχε σχήμα πρισματικό, που στένευε προς τα πάνω και στην κορυφή της ήταν στημένο το άγαλμα της φτερωτής Νίκης. Το συνολικό ύψος του αναθήματος μαζί με το άγαλμα έφθανε τα 12 μ. περίπου. Αργότερα, γύρω στο 135 π.Χ., οι Μεσσήνιοι χάραξαν στο βάθρο της Νίκης τη διαιτητική απόφαση των εξακοσίων Μιλησίων σχετικά με τη Δενθελιάτιδα, περιοχή στον Ταϋγετο, που διεκδικούσαν τόσο οι Λακεδαιμόνιοι όσο και οι Μεσσήνιοι. Το κείμενο της επιγραφής σώζεται στη δεξιά πλευρά των δύο κατώτερων λίθων του μνημείου. 

Η Νίκη αποκαλύφθηκε κατά τις παλαιές γερμανικές ανασκαφές, στα τέλη του 19ου αιώνα. Τότε βρέθηκαν η θεμελίωση και αρκετά κομμάτια του βάθρου και τα θραύσματα του ίδιου του αγάλματος. Σήμερα παραμένει στη θέση του μόνο το βάθρο, ενώ το άγαλμα και ο ενεπίγραφος δόμος εκτίθενται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ολυμπίας.

20. Το Προϊστορικό κτήριο

Στους νότιους πρόποδες του Κρονίου λόφου αναπτύχθηκαν οι προϊστορικές λατρείες του ιερού, όπως του Κρόνου, της Ρέας, της Γαίας, της Θέμιδας, της Ειλειθυίας, του Ιδαίου Ηρακλή και άλλων θεοτήτων. Κατά την Πρωτοελλαδική ΙΙΙ περίοδο (2300-2000 π.Χ.), σύμφωνα με τα μέχρι τώρα ανασκαφικά δεδομένα, φαίνεται ότι είχε διαμορφωθεί στο χώρο της Άλτεως ένα πρωτόγονο οργανωμένο ιερό, ενδεχομένως και κάποιος οικισμός γύρω του, με συνεχή κατοίκηση ως την Υστεροελλαδική ΙΙΙ εποχή (1600-1100 π.Χ.). 

Νοτιοανατολικά του Ηραίου έχει ερευνηθεί ένα από τα προϊστορικά κτήρια της Ολυμπίας, το κτήριο ΙΙΙ, το οποίο βρίσκεται σε κατώτερο επίπεδο από τα κτίσματα της αρχαϊκής και κλασικής εποχής. Στην ίδια περιοχή έχουν ερευνηθεί συνολικά έξι προϊστορικά κτίσματα, τα οποία δεν είναι ορατά διότι έχουν καταχωθεί. Το προϊστορικό κτήριο ΙΙΙ της Ολυμπίας έχει προσανατολισμό Β-Ν και αψιδωτή κάτοψη. Από την όλη κατασκευή διατηρείται μόνο μία σειρά από τους ακατέργαστους λίθους των θεμελίων, ενώ η ανωδομή του πρέπει να ήταν από φθαρτά υλικά. Η μελέτη της κεραμικής, που προέρχεται από το κτήριο, έδειξε ότι αυτό χρονολογείται στο τέλος της Πρωτοελλαδικής ΙΙΙ εποχής, μεταξύ του 2150 και 2000 π.Χ., και ότι την περίοδο αυτή ίσως υπήρχαν επαφές με τον πολιτισμό Cetina, που αναπτύχθηκε στις Δαλματικές ακτές. Μαζί με τον προϊστορικό τύμβο που βρίσκεται κάτω από το παρακείμενο Πελόπιο(2500 π.Χ.), τα αψιδωτά κτήρια αποτελούν τις παλαιότερες κατασκευές του ιερού.

21. Το Πελόπιο

Το Πελόπιο ήταν ταφικό μνημείο (κενοτάφιο) αφιερωμένο στον Πέλοπα, τοπικό ήρωα που τιμούσαν ιδιαίτερα οι Ηλείοι. Βρίσκεται μεταξύ του ναού της Ήρας και του ναού του Διός. Σύμφωνα με την παράδοση που αναφέρει ο περιηγητής Παυσανίας (5.13.1), το αφιέρωσε στον Πέλοπα ο Ηρακλής, που ήταν τέταρτος απόγονός του. Κάτω από το Πελόπιο, σε βάθος 2,50 μ. από τη σημερινή επιφάνεια του εδάφους, βρίσκεται η αρχαιότερη κατασκευή μέσα στο ιερό της Άλτεως. Πρόκειται για ένα μεγάλο προϊστορικό τύμβο με λίθινο περίβολο, ο οποίος χρονολογείται στην Πρωτοελλαδική εποχή (περίπου 2500 π.Χ.). Το ανώτερο τμήμα του τύμβου αυτού ήταν ορατό μέχρι και την κλασική εποχή. 

Το Πελόπιο των ιστορικών χρόνων ήταν ένας τύμβος, που είχε μέγιστο ύψος 2 μ. από την επιφάνεια του εδάφους και διαμορφώθηκε αρχικά γύρω στον 6 αι. π.Χ. Γύρω από αυτόν, κατά τον 5ο αι. π.Χ. κτίσθηκε ένας περίβολος σε σχήμα ακανόνιστου πεντάπλευρου με απλή είσοδο στη νοτιοδυτική γωνία. Στα τέλη του 5ου αι. π.Χ. η είσοδος αναδείχθηκε, όταν προστέθηκε μνημειακό λίθινο δωρικό πρόπυλο. Κατά την αρχαιότητα μέσα στον περίβολο υπήρχαν δένδρα, κυρίως λεύκες, και ανδριάντες. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες του Παυσανία (5.13.2), κάθε χρόνο οι άρχοντες θυσίαζαν στο χώρο του Πελοπίου ένα μαύρο κριάρι και όποιος έτρωγε από το θυσιασμένο στον Πέλοπα ζώο δεν επιτρεπόταν να μπει στο ναό του Δία. 

Από το χώρο του Πελοπίου, τόσο από τις παλιές όσο και από τις πρόσφατες γερμανικές ανασκαφές, προέρχεται πλήθος ευρημάτων, κυρίως κεραμική, πήλινα και χάλκινα ειδώλια ανθρώπων και ζώων, πολλά από τα οποία εκτίθενται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ολυμπίας.

22. Το Νυμφαίο

Το υδραγωγείο του Ηρώδη του Αττικού ήταν από τις πιο πλούσιες και εντυπωσιακές κατασκευές που κοσμούσαν την ιερά Άλτι. Βρίσκεται ανάμεσα στο ναό της Ήρας και στο άνδηρο των θησαυρών και είναι γνωστό ως Νυμφαίο ή εξέδρα του Ηρώδη του Αττικού. Ήταν μεγάλη μνημειακή κρήνη, αλλά και δεξαμενή για το νερό, που ερχόταν από πηγές στα ανατολικά του ιερού και διοχετευόταν με πυκνό σύστημα αγωγών σε διάφορα σημεία του, μέσα και έξω από την Άλτι. Το Νυμφαίο κατασκευάσθηκε το 160 μ.Χ. και ήταν προσφορά εξαιρετικής σημασίας για το ιερό, αν σκεφθεί κανείς ότι μέχρι τότε υπήρχε μεγάλο πρόβλημα λειψυδρίας και η ύδρευση γινόταν αποκλειστικά από τα πολυάριθμα πηγάδια, που υπήρχαν σε διάφορα σημεία του ιερού. Το πρόβλημα γινόταν πολύ πιο έντονο κατά τη διάρκεια τέλεσης των Ολυμπιακών Αγώνων, οπότε χιλιάδες επισκέπτες κατέκλυζαν τον χώρο. 

Το Νυμφαίο είναι μεγαλοπρεπής ημικυκλική κατασκευή, η οποία αποτελείται από δύο ανυσοϋψείς δεξαμενές και μία αψίδα. Στον ημικυκλικό τοίχο της αψίδας (διαμέτρου 16,62 μ.), που ήταν διώροφος και κτισμένος από οπτόλινθους με πολύχρωμη μαρμάρινη επένδυση, διαμορφώνονταν ένδεκα κόγχες ανά όροφο, όπου ήταν τοποθετημένα μαρμάρινα αγάλματα. Στον κάτω όροφο ήταν τα αγάλματα του Αντωνίνου Πίου (του Ευσεβούς) και των μελών της οικογενείας του και στον πάνω όροφο τα αγάλματα του Ηρώδη του Αττικού και του οίκου του. Την κεντρική κόγχη κάθε ορόφου καταλάμβανε το άγαλμα του Δία. Μπροστά στον ημικυκλικό τοίχο της αψίδας διαμορφωνόταν ημυκυκλική δεξαμενή, στην οποία συγκεντρωνόταν το νερό που ερχόταν με αγωγούς από λόφους της ευρύτερης περιοχής. Στο μέσον της δεξαμενής ήταν στημένος ένας μαρμάρινος ταύρος, ζώο συμβολικό του υδάτινου στοιχείου, που τώρα εκτίθεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ολυμπίας. Στη μία πλευρά του είναι χαραγμένη αναθηματική επιγραφή, που αναφέρει ότι η Ρήγιλλα, ιέρεια της Δήμητρας Χαμύνης και σύζυγος του Ηρώδη του Αττικού, αφιερώνει στο Δία το νερό και το Νυμφαίο με τα αγάλματα που το διακοσμούν. Πιο χαμηλά βρισκόταν μία ακόμη δεξαμενή στενόμακρη, μήκους 21,90 μ. και πλάτους 3,43 μ. Στα δύο άκρα της υπήρχε από ένας κυκλικός, περίπτερος οικίσκος, κορινθιακού ρυθμού, με διάμετρο 3,80 μ. Στο εσωτερικό κάθε οικίσκου ήταν τοποθετημένο από ένα άγαλμα. Το ένα ήταν ο ανδριάντας του Ηρώδη του Αττικού και το άλλο του Αντωνίνου του Ευσεβούς ή του Μάρκου Αυρηλίου. Πολλά από τα αγάλματα του Νυμφαίου εκτίθενται σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ολυμπίας. 

Η κατάσταση διατήρησης του μνημείου δεν επιτρέπει στο σημερινό επισκέπτη να φαντασθεί την αρχική του μορφή. Από την πολύχρωμη μαρμάρινη επένδυση, η οποία δημιουργούσε εξαιρετικό αισθητικό αποτέλεσμα, δεν διατηρήθηκε σχεδόν τίποτα. Μερικά από τα βάθρα των αγαλμάτων, που διακοσμούσαν τις κόγχες, καθώς και άλλα αρχιτεκτονικά μέλη χρησιμοποιήθηκαν αργότερα, τον 5ο αι. μ.Χ., ως οικοδομικό υλικό σε δεύτερη χρήση στην παλαιοχριστιανική βασιλική.

23. Η Νότια Στοά

Η νότια στοά αποτελούσε το νότιο όριο του ιερού της Ολυμπίας, καιή ταν η κύρια είσοδός του από την πλευρά αυτή. Βρίσκεται νότια του βουλευτηρίου, έξω από τον περίβολο της ιεράς Άλτεως. Κατασκευάσθηκε περίπου την ίδια εποχή με τη στοά της Ηχούς, γύρω στο 360-350 π.Χ. και διατηρήθηκε σε χρήση για αρκετούς αιώνες. 

Η στοά είναι κτισμένη από ντόπιο κογχυλιάτη λίθο, ενώ για την κρηπίδα της έχει χρησιμοποιηθεί μάρμαρο. Το μήκος της ήταν περίπου 80 μ. και το βάθος της έφθανε τα 13,50 μ. Η κύρια όψη της ήταν η νότια, προς την πλευρά του ποταμού Αλφειού. Η εξωτερική κιονοστοιχία της στοάς περιβάλλει τις τρεις πλευρές της, με έξι δωρικούς κίονες σε κάθε στενή πλευρά και τριάντα τέσσερις δωρικούς κίονες στη νότια. Στο μέσον της πρόσοψης δημιουργείται ένα είδος πρόπυλου, με βάθος περίπου 7 μ., το οποίο δίνει στην κάτοψη της στοάς σχήμα Τ. Το πρόπυλο έχει έξι δωρικούς κίονες στην πρόσοψη και από τρεις σε κάθε πλευρά. Στο εσωτερικό του κτηρίου υπήρχε μία δεύτερη, κορινθιακή κιονοστοιχία, αποτελούμενη από δεκαεπτά κίονες. 

Τα τελευταία χρόνια, δεδομένου ότι το μνημείο δεν ήταν ορατό από την πυκνή βλάστηση, πραγματοποιήθηκαν καθαρισμοί σε μεγάλη έκταση, κατά τη διάρκεια των οποίων αποκαλύφθηκε η κάτοψη της στοάς σε όλο το μήκος της.Μικρό τμήμα της στα δυτικά δεν έχει ερευνηθεί. Μπροστά στο μνημείο, δημιουργήθηκε νέα διαδρομή, για καλύτερη πρόσβαση των επισκεπτών και τοποθετήθηκε πινακίδα με πληροφοριακό υλικό.

24. Η Οικία του Νέρωνα - Ανατολικές Θέρμες

Το μεγάλο κτηριακό συγκρότημα, που έχει αποδοθεί στο Ρωμαίο αυτοκράτορα Νέρωνα, βρίσκεται νοτιοανατολικά της Άλτεως, στη θέση όπου στην κλασική εποχή υπήρχε το ιερό της Εστίας και άλλα κτίσματα, τα οποία κατεδαφίστηκαν. Ένας μολύβδινος υδαταγωγός με την επιγραφή NERONIS: AUG., καθώς και άλλες ενδείξεις, οδήγησαν τους μελετητές να ταυτίσουν το κτήριο με την οικία του αυτοκράτορα, που οικοδομήθηκε κατά τα έτη 65-67 μ.Χ., όταν ο Νέρων κατέλυσε στο ιερό προκειμένου να λάβει μέρος ο ίδιος στους Ολυμπιακούς Αγώνες του έτους 67 μ.Χ. Στα χρόνια που ακολούθησαν, μέχρι και τον 3ο αι. μ.Χ., στο συγκρότημα έγιναν διάφορες επεκτάσεις και μετατροπές. 

Η οικία του Νέρωνα ήταν πολυτελής έπαυλη, που διέθετε μεγάλη περίστυλη αυλή, γύρω από την οποία αναπτύσσονταν αρκετοί χώροι, δωμάτια και μεγάλοι κήποι. Η κύρια είσοδος του συγκροτήματος βρισκόταν στα δυτικά και μπροστά της υπήρχε στοά με κιονοστοιχία, που ανυψωνόταν σε θριαμβικό τόξο. Η είσοδος οδηγούσε σε αίθριο και στη συνέχεια δύο διάδρομοι οδηγούσαν στη μεγάλη περίστυλη αυλή και στους κήπους. Στο νότιο τμήμα στεγάζονταν τα λουτρά. Η κάτοψη του κτηρίου δεν είναι δυνατόν να αποκατασταθεί πλήρως, λόγω των επεμβάσεων που έγιναν στους επόμενους αιώνες. Οι μεγαλύτερες αλλαγές στο χώρο πραγματοποιήθηκαν στα χρόνια του Σεπτίμιου Σεβήρου, στις αρχές του 3ου αι. μ.Χ., όταν κτίσθηκαν οι λεγόμενες ανατολικές θέρμες. Από την οικία του Νέρωνα διατηρήθηκαν μόνο οι όψεις προς την πλευρά της Άλτεως, το μεγάλο αίθριο και τμήματα των δωματίων. Το νέο λουτρικό συγκρότημα των ανατολικών Θερμών, επεκτάθηκε προς βόρεια και ανατολικά και διέθετε χώρους θερμού και ψυχρού λουτρού, δεξαμενές και αυλή με κήπο. Στη νοτιοανατολική γωνία του διατηρείται σε πολύ καλή κατάσταση το ''Οκτάγωνο'', που αποτελεί τμήμα των λουτρικών εγκαταστάσεων (tepidarium). Οφείλει το όνομά του στο οκταγωνικό σχήμα της κεντρικής του αίθουσας, η οποία είχε καμαροειδείς οροφές και τοίχους κτισμένους με οπτοπλίνθους. Στο δάπεδό του διατηρούνται μέχρι σήμερα εντυπωσιακότατα ψηφιδωτά, που διακοσμούνται με θέματα από το θαλάσσιο βασίλειο. Δυτικά του συγκροτήματος αυτού υπάρχει η θεμελίωση της θριαμβευτικής αψίδας του Νέρωνα καθώς και τα λείψανα ενός μικρού ωδείου, που κτίσθηκε επίσης τον 3ο αι. μ.Χ. 

Τα τελευταία χρόνια στο μνημείο έχουν γίνει εργασίες συντήρησης και στερέωσης των κονιαμάτων των τοίχων, ενώ από το 2002 το συγκρότημα έγινε επισκέψιμο.

25. Τα Ελληνικά Λουτρά

Τα παλαιότερα λουτρά του ιερού της Ολυμπίας, που εξυπηρετούσαν τις ανάγκες των αθλητών, βρίσκονται στο δυτικότερο τμήμα του, κοντά στον ποταμό Κλαδέο. Ονομάζονται ελληνικά λουτρά, για να διακρίνονται από τα υπόλοιπα, που κατασκευάσθηκαν στους ρωμαϊκούς χρόνους. Το συγκρότημα κατασκευάσθηκε τον 5ο αι. π.Χ. και δεν κτίσθηκε με ενιαίο αρχιτεκτονικό σχέδιο, αλλά σε όλη σχεδόν τη διάρκεια χρήσης του γίνονταν διάφορες επεμβάσεις και επεκτάσεις. Πιθανότατα εγκαταλείφθηκε στα ρωμαϊκά χρόνια, όταν οικοδομήθηκαν πολλά θερμά λουτρά στο ιερό. 

Αρχικά, πριν από το 450 π.Χ., κατασκευάσθηκε ένα πολύ απλό μακρόστενο κτίσμα (χώρος Ι), διαστάσεων 20 x 4 μ. Από ένα πηγάδι που υπήρχε στο δυτικό του τμήμα έπαιρναν νερό οι αθλητές για να πλυθούν. Λίγο αργότερα, πιθανόν μέσα στον 5ο αι. π.Χ., προστέθηκε ένα δεύτερο μικρότερο δωμάτιο (χώρος ΙΙ), εφοδιασμένο με μικρές κτιστές μπανιέρες στη βόρεια και στην ανατολική πλευρά. Στα τέλη του 4ου αι. π.Χ. τα λουτρά διευρύνθηκαν προς δυτικά με την κατασκευή ενός ακόμη δωματίου (χώρος ΙΙΙ), που στις τρεις πλευρές του είχε μπανιέρες, αλλά και δυνατότητα παροχής ζεστού νερού. Στον 1ο αι. π.Χ. έγινε η τελευταία μεγάλη επέκταση στο λουτρικό συγκρότημα (χώρος IV), με την κατασκευή μεγάλης αίθουσας στα νότια. Η αίθουσα IV έχει μικρή αψίδα στη νότια πλευρά της. Σε αυτή τη φάση κατασκευάσθηκαν τα υπόκαυστα, ένα σύστημα θέρμανσης δαπέδου. Σύγχρονη της πρώτης φάσης του λουτρού (5ος αι. π.Χ.) ήταν και η παρακείμενη πισίνα, που βρισκόταν στα δυτικά του συγκροτήματος. Η πισίνα είχε διαστάσεις 24 x 16 μ. και βάθος 1,60 μ. και στις τέσσερις πλευρές της υπήρχαν από πέντε σκαλοπάτια. Ο πυθμένας της ήταν στρωμένος με ορθογώνιους πωρόλιθους, ενώ διέθετε τελειοποιημένο σύστημα υδροδότησης και αποχέτευσης του νερού. Κατά πάσα πιθανότητα έπαψε να λειτουργεί πριν από το τέλος του 1ου αι. π.Χ. Πάνω στο νότιο τμήμα της κατασκευάσθηκαν αργότερα οι θέρμες του Κλαδέου, ενώ μεγάλο τμήμα της παρέσυρε ο ποταμός, με αποτέλεσμα να μην σώζεται σχεδόν τίποτα από αυτή σήμερα. 

Σήμερα δεν είναι επισκέψιμο το εσωτερικό των κτηρίων.

26. Το Ηρώο

Το ηρώο βρίσκεται ανάμεσα στο Θεηκολεώνα και στα ελληνικά λουτρά, στο δυτικό τμήμα του ιερού της Ολυμπίας, εκεί όπου υπάρχουν οι βοηθητικές εγκαταστάσεις. Το κτήριο οικοδομήθηκε στο β΄ μισό του 5ου αι. π.Χ. και αρχικά συνδεόταν με τη λειτουργία των λουτρών, εφόσον ήταν το εφιδρωτήριο, (βοηθητικός χώρος για την εφίδρωση των λουόμενων). Λίγο αργότερα, όμως, κατά την ελληνιστική και ρωμαϊκή περίοδο, έπαψε να λειτουργεί ως χώρος θερμού λουτρού και χρησιμοποιήθηκε ως ηρώο. 

Πρόκειται για μικρό τετράγωνο οικοδόμημα, στο οποίο διακρίνονται τρεις χώροι. Στο βόρειο, τετράγωνο τμήμα του υπάρχει εγγεγραμμένη κυκλική κατασκευή, διαμέτρου 8,04 μ., και ένα δεύτερο δωμάτιο διαμορφώνεται στο νότιο τμήμα του κτηρίου. Η είσοδος στα δύο δωμάτια γινόταν από τα δυτικά, όπου υπήρχε ένα στενόμακρο προστώο, βάθους 5,10 μ., με τέσσερις κίονες στη δυτική του πρόσοψη. Την εποχή που το κτίσμα λειτουργούσε ως λουτρό, στο νότιο δωμάτιο πιθανότατα υπήρχαν οι λέβητες για το ζέσταμα του νερού, που θα χρησιμοποιούσαν οι λουόμενοι, ενώ ο κυκλικός χώρος ήταν το εφιδρωτήριο. Στο εσωτερικό της κυκλικής κατασκευής και προς το νότιο τμήμα της βρέθηκε μικρός βωμός, κατασκευασμένος από στάχτη και πηλό, ύψους μόλις 0,38 μ., μήκους 0,54 μ. και πλάτους 0,37 μ., ο οποίος έφερε στην επιφάνειά του τη γραπτή επιγραφή ''ήρωος'', πλαισιωμένη με κλαδιά ελιάς. Κατά καιρούς η επικάλυψη του βωμού ανανεωνόταν και η επιγραφή γραφόταν εκ νέου, με χρώμα, και μερικές φορές με διαφορετικό τρόπο (ήρωος, ηρώων, ήρωορ). Δεν γνωρίζουμε σε ποιο ήρωα ή σε ποιους ήρωες ήταν αφιερωμένος ο βωμός. Ο Παυσανίας αναφέρει (5.15.8) ότι σε αυτό το χώρο, εκτός από το βωμό του ανώνυμου ήρωα υπήρχε και βωμός του θεού Πάνα.

27. Οι Ξενώνες

Οι ξενώνες των ρωμαϊκών χρόνων βρίσκονται έξω από την ιερά Άλτι, δυτικά του εργαστηρίου του Φειδία και πολύ κοντά στις θέρμες του Κλαδέου. Η εγκατάσταση των θερμών στο χώρο αυτό, σχετίζεται άμεσα με την κατασκευή των ξενώνων. Οι ξενώνες κτίσθηκαν γύρω στο 170 π.Χ., προκειμένου να αντιμετωπισθούν οι συνεχώς αυξανόμενες ανάγκες των επισκεπτών του ιερού, ιδιαίτερα κατά την περίοδο τέλεσης των Ολυμπιακών Αγώνων. Η κατασκευή τους έγινε στο πλαίσιο ενός μεγάλου οικοδομικού προγράμματος, που περιλάμβανε επισκευές σε αρκετά από τα κτίσματα της Άλτεως και οικοδόμηση νέων, σύμφωνα με το πνεύμα της ρωμαϊκής αρχιτεκτονικής, που επέβαλλε μεγάλο όγκο, πολλά δωμάτια και πλούσια διακόσμηση. Οι ρωμαϊκοί ξενώνες κατέλαβαν το χώρο όπου υπήρχαν βοηθητικές εγκαταστάσεις της υστεροκλασικής περιόδου, όπως ένας κλίβανος για την κατασκευή πήλινων αγγείων και ένας μύλος. 

Το οικοδομικό συγκρότημα αποτελείται από δύο μεγάλες οικίες, που δεν κτίσθηκαν ταυτόχρονα. Η παλαιότερη (οικία Ι) καταλαμβάνει το δυτικότερο τμήμα και η κύρια είσοδός της ήταν στη νότια πρόσοψη, όπου ένα πλατύ άνοιγμα οδηγούσε σε κεντρικό περιστύλιο. Λίγο αργότερα κτίσθηκε και η δεύτερη (οικία ΙΙ), ακριβώς στα ανατολικά. Γύρω από ένα κεντρικό περιστύλιο αναπτύσσονταν αρκετά δωμάτια, τα περισσότερα από τα οποία είχαν είσοδο στο περιστύλιο. Διάφοροι χώροι των ξενώνων διακοσμούνταν με ωραιότατα ψηφιδωτά δάπεδα, τα οποία όμως δεν διατηρούνται μέχρι σήμερα. 

Στο μνημείο έγιναν το έτος 2003 εργασίες συντήρησης των ελάχιστα διατηρημένων ψηφιδωτών.

28. Οι Θέρμες Λεωνιδαίου

Το μικρό λουτρό, που κτίσθηκε έξω από το νοτιοδυτικό άκρο της Άλτεως, είναι γνωστό σήμερα ως ''θέρμες Λεωνιδαίου'', επειδή βρίσκεται δίπλα στον ομώνυμο ξενώνα, χωρίς όμως να σχετίζεται με αυτόν. Διατηρείται σε εξαιρετικά καλή κατάσταση και είναι ένα από τα λίγα κτίσματα του ιερού της Ολυμπίας που διατηρεί το αρχικό του ύψος και την οροφή του. Η ανέγερσή του τοποθετείται στον 3ο αι. μ.Χ., αλλά εξακολούθησε να χρησιμοποιείται με μετατροπές και αργότερα, έως τον 6ο αι. μ.Χ. Αποτελούσε τμήμα εκτεταμένου και κατεστραμμένου σήμερα κτηριακού συγκροτήματος, το οποίο λειτουργούσε ως ξενώνας και επεκτεινόταν βόρεια του λουτρού και δυτικά του Λεωνιδαίου. 

Το συγκρότημα περιλάμβανε μία κεντρική αυλή, γύρω από την οποία αναπτύσσονταν δωμάτια, αποθηκευτικοί και βοηθητικοί χώροι. Το μικρό λουτρό βρισκόταν στο νότιο τμήμα του και περιλάμβανε τέσσερις μικρές αίθουσες, που στεγάζονταν με καμαροειδείς οροφές. Εντυπωσιακά ψηφιδωτά, τα οποία διασώζονται μέχρι σήμερα, διακοσμούσαν τα δάπεδά τους. Το λουτρό διέθετε εξαιρετικό σύστημα ύδρευσης, ενώ στο εσωτερικό του υπήρχε τελειοποιημένο σύστημα θέρμανσης των τοίχων, όπου ο θερμός αέρας διοχετευόταν με σύστημα σωληνώσεων στο εσωτερικό των τοίχων. Τον 5ο αι. μ.Χ. το κτήριο λειτούργησε ως χώρος παρασκευής οίνου, όταν εγκαταστάθηκε στην πρώτη από τις μικρές αίθουσες ένας αμπελουργός με το ληνό του. Την ίδια περίπου περίοδο η μία από τις αίθουσες χρησιμοποιήθηκε και ως χώρος επεξεργασίας γυαλιού, όπως υποδεικνύει ένας κλίβανος που βρέθηκε στη νοτιοδυτική γωνία του κτηρίου. 

Στο μνημείο έχουν πραγματοποιηθεί εργασίες συντήρησης των ψηφιδωτών δαπέδων και για λόγους προστασίας τοποθετήθηκε στέγαστρο στη νότια πλευρά του, στο σημείο που είχε υποχωρήσει η οροφή.

29. Οι Θέρμες Κλαδέου

Ένα από τα λουτρικά συγκροτήματα που υπήρχαν στο ιερό της Ολυμπίας, είναι αυτό που βρίσκεται στο δυτικό άκρο του, κοντά στην κοίτη του Κλαδέου ποταμού, στο χώρο όπου υπήρχε η πισίνα των ελληνικών λουτρών του 5ου αι. π.Χ. Χρονολογείται στα ρωμαϊκά χρόνια, γύρω στο 100 μ.Χ., και η κατασκευή του συνδέεται με τους ρωμαϊκούς ξενώνες που βρίσκονται σε μικρή απόσταση προς τα νότια. 

Οι λουτρικές εγκαταστάσεις γνωστές ως "Θέρμες του Κλαδέου'' καταλαμβάνουν επιφάνεια περίπου 400 τ.μ. και αποτελούνται από πολλά δωμάτια, που είχαν καμαροειδείς οροφές από πηλό. Οι οροφές των δωματίων δεν διατηρήθηκαν και η δυτική πλευρά του συγκροτήματος έχει παρασυρθεί από τον ποταμό Κλαδέο. Τα δάπεδα των αιθουσών κοσμούσαν εξαιρετικά ψηφιδωτά, πολλά από τα οποία έχουν διατηρηθεί μέχρι σήμερα. Οι θέρμες του Κλαδέου, με τα χρωματιστά μάρμαρα στους τοίχους, τα ψηφιδωτά δάπεδα και τους πολλούς χώρους, ανταποκρίνονται στο πνεύμα της εποχής τους, όταν πλέον τα λουτρά δεν ήταν μόνο λειτουργικά, όπως συνέβαινε στην κλασική ή στην ελληνιστική εποχή, αλλά ήταν περισσότερο χώρος ανάπαυσης και πολυτέλειας. Διέθεταν αίθουσες θερμού και ψυχρού λουτρού, εφιδρωτήριο, αποδυτήριο, μικρό ιδιωτικό λουτρό στο βόρειο τμήμα τους, αίθριο, μπανιέρες και τουαλέτες. 

Στα ψηφιδωτά δάπεδα των λουτρών πραγματοποιήθηκαν εργασίες συντήρησης το 2003 και τα Λουτρά έγιναν επισκέψιμα.

30. Οι Θέρμες Κρονίου

Στην περιοχή βόρεια του Πρυτανείου, στις παρυφές του ιερού της Ολυμπίας, βρίσκεται μεγάλο κτήριο γνωστό ως ''θέρμες Κρονίου'' ή ''Βόρειες θέρμες''. Το συγκρότημα οικοδομήθηκε κατά την αυτοκρατορική εποχή επάνω σε κτήριο και λουτρά ελληνιστικών χρόνων. Παρέμεινε σε χρήση μέχρι τον 5ο -6ο αι. μ.Χ. και σε όλο αυτό το διάστημα δέχθηκε διάφορες επισκευές και προσθήκες, όπως αυτή ενός μικρού συγκροτήματος θερμών στη βορειοανατολική πλευρά του. 

Το συγκρότημα περιλάμβανε πολλά δωμάτια και αίθουσες με πολλαπλές λειτουργίες, που αναπτύσσονταν γύρω από ένα κεντρικό περιστύλιο. Το δάπεδο του περιστυλίου διακοσμούσαν εντυπωσιακότατα ψηφιδωτά με εικονιστικές θαλάσσιες παραστάσεις. Στη νότια πλευρά η κεντρική παράσταση απεικονίζει Νηρηίδα πάνω σε θαλάσσιο ταύρο και στη βόρεια δελφίνια. Στη δυτική πλευρά, από όπου ήταν και η κεντρική είσοδος, υπάρχει μεγάλη παράσταση Τρίτωνα ανάμεσα σε θαλάσσιους ίππους. Τον 3ο αι. μ.Χ. το κτήριο καταστράφηκε από σεισμό. Λίγο αργότερα, κατά τον 5ο και 6ο αι. μ.Χ. χρησιμοποιήθηκε για την επεξεργασία γεωργικών αγαθών. Στο ανατολικό τμήμα του ρωμαϊκού περιστυλίου εγκαταστάθηκε ληνός για την παρασκευή οίνου, ενώ στις αίθουσες στα βόρεια και ανατολικά του περιστυλίου βρέθηκαν εγκαταστάσεις κεραμικού εργαστηρίου. Επίσης, σε μία αψιδωτή αίθουσα, που αρχικά λειτουργούσε ως χώρος θερμού λουτρού (tepidarium), κατασκευάσθηκε αργότερα ένας κεραμικός κλίβανος. Οι τρεις δεξαμενές, που εντοπίσθηκαν στη βόρεια πλευρά του συγκροτήματος, προφανώς είχαν σχέση με το κεραμικό εργαστήριο που λειτουργούσε εδώ και πιθανώς προορίζονταν για τον καθαρισμό και την παρασκευή πηλού. Από το χώρο του κεραμικού εργαστηρίου προέρχονται πολλά αγγεία και όστρακα, που χρονολογούνται στον 5ο και 6ο αι. μ.Χ. 

Το κτήριο αποκαλύφθηκε στο τέλος της πρώτης γερμανικής ανασκαφής το 1880. Η έρευνα στο χώρο ολοκληρώθηκε τα έτη 1987-1991, οπότε και ήλθε στο φως το κτηριακό συγκρότημα σχεδόν στο σύνολό του. Μικρή συμπληρωματική έρευνα στις πρωιμότερες φάσεις του μνημείου έγινε το 2003, οπότε έγιναν και εργασίες συντήρησης όλων των ψηφιδωτών, τα οποία επανατοποθετήθηκαν στην αρχική τους θέση, στο δάπεδο του περιστυλίου.

31. Οι Θησαυροί της Ολυμπίας

Οι θησαυροί του ιερού της Ολυμπίας βρίσκονται συγκεντρωμένοι στους νότιους πρόποδες του Κρονίου λόφου, στο χώρο όπου υπήρχαν οι προϊστορικές λατρείες του ιερού. Κτίσθηκαν επάνω σε τεχνητό επίπεδο άνδηρο, που καταλαμβάνει την έκταση από το Νυμφαίο έως το στάδιο και διαμορφώθηκε ειδικά γι' αυτό το σκοπό. Δεν είναι όλοι θεμελιωμένοι στο ίδιο ύψος, γιατί δεν οικοδομήθηκαν ταυτόχρονα. Οι πρώτοι χρονολογούνται στα αρχαϊκά χρόνια, στον 6ο αι. π.Χ., και οι τελευταίοι στα μέσα του 5ου αι. π.Χ., ενώ λίγο αργότερα, στα μέσα του 4ου αι. π.Χ., κτίσθηκε η πώρινη λίθινη κρηπίδα που από το άνδηρο οδηγεί στο χαμηλότερο επίπεδο της Άλτεως. Πίσω από τους θησαυρούς, προς το Κρόνιο, σε μεταγενέστερους χρόνους κατασκευάσθηκε μεγάλος αναλημματικός τοίχος με αντηρίδες, ο οποίος αποτελεί και το βόρειο όριο της Άλτεως. Οι θησαυροί είναι μικρά ναόσχημα οικοδομήματα, που αφιέρωναν στο ιερό διάφορες ελληνικές πόλεις, για να στεγάσουν τα πολύτιμα και πλούσια αναθήματά τους στο Δία. Ο Παυσανίας (6.19.1-15) μάς δίνει πολύτιμες πληροφορίες σχετικά με τα πλούσια αφιερώματα που φυλάσσονταν εκεί. Στην περιγραφή του αναφέρει τα ονόματα δέκα θησαυρών: των Σικυωνίων, Συρακουσίων, Επιδαμνίων, Βυζαντίων, Συβαριτών, Κυρηναίων, Σελινουντίων, Μεταποντίων, Μεγαρέων και Γελώων. Ωστόσο, κατά την ανασκαφική έρευνα ήλθαν στο φως τα θεμέλια δώδεκα τέτοιων κτηρίων, από τα οποία μόνο πέντε ταυτίσθηκαν με βεβαιότητα: των Σικυωνίων, των Σελινουντίων, των Μεταποντίων, των Μεγαρέων και των Γελώων. Όπως φαίνεται, οι περισσότεροι θησαυροί ήταν αφιερώματα των πόλεων της Μεγάλης Ελλάδας, γεγονός που αποδεικνύει τους ισχυρούς δεσμούς του ιερού της Ολυμπίας με τη Δύση. 

Οι θησαυροί είναι απλές κατασκευές, αποτελούμενες από ορθογώνιο σηκό με δύο δωρικούς κίονες μεταξύ παραστάδων, εκτός από τον τελευταίο προς τα ανατολικά, αυτόν των Γελώων, που είναι πρόστυλος, εξάστυλος. Έχουν όλοι προσανατολισμό Β-Ν, με την είσοδο προς το νότο, δηλαδή προς την πλευρά του ιερού, και είναι κτισμένοι στη σειρά ο ένας δίπλα στον άλλο. Ο πρώτος της σειράς είναι ο θησαυρός των Σικυωνίων, αφιέρωμα του Μύρωνα, διαστάσεων 12,46 x 7,30 μ., και οι τέσσερις τελευταίοι είναι των Σελινουντίων, των Μεταποντίων, των Μεγαρέων και των Γελώων. Δυτικά του θησαυρού των Σικυωνίων εντοπίσθηκαν τα λείψανα δύο μικρών κτισμάτων, τα οποία αποδίδονται στο ιερό της Ειλειθυίας και του Σωσιπόλεως και στο ιερό της Αφροδίτης Ουρανίας. Το όγδοο από δυτικά κτίσμα από μερικούς μελετητές αποδίδεται στο βωμό της Γαίας. Από τους θησαυρούς προέρχεται μεγάλος αριθμός πήλινων αρχιτεκτονικών μελών, τα οποία φέρουν εντυπωσιακή γραπτή διακόσμηση, καθώς και τμήματα από πήλινα συμπλέγματα (Σάτυρος και Μαινάδα, πήλινο κεφάλι σφίγγας κ.ά.), τα οποία προφανώς ανήκαν σε ακρωτήρια. Πολλά από αυτά εκτίθενται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ολυμπίας. Από το θησαυρό των Μεγαρέων σώζεται το αέτωμα που απεικονίζει σκηνή Γιγαντομαχίας και επίσης εκτίθεται στο μουσείο. 

Στα μνημεία έχουν γίνει κατά καιρούς εργασίες συντήρησης και αναστήλωσης.

32. Ο Ιππόδρομος

Ο ιππόδρομος βρισκόταν στο νοτιοανατολικό άκρο του ιερού της Ολυμπίας, στη μεγάλη επίπεδη έκταση νότια του σταδίου και σχεδόν παράλληλα με αυτό. Μέχρι σήμερα δεν έχει εντοπισθεί η ακριβής θέση του, επειδή πιθανότατα οι εγκαταστάσεις του έχουν παρασυρθεί από τον ποταμό Αλφειό, που κατέκλυσε την περιοχή στα μεσαιωνικά χρόνια, όταν σταμάτησε να συντηρείται το ανάχωμα που υπήρχε στη δεξιά του όχθη. Ωστόσο, ήταν ένα από τα πιο σημαντικά μνημεία της Ολυμπίας, αφού εδώ γίνονταν τα ιππικά αγωνίσματα και οι αρματοδρομίες των Ολυμπιακών Αγώνων. 

Τις πληροφορίες μας για τον ιππόδρομο της Ολυμπίας αντλούμε από τον περιηγητή Παυσανία, ο οποίος μάς δίνει αναλυτική περιγραφή του μνημείου (6.20.10-21). Ήταν ένας μεγάλος επιμήκης, πλατύς και επίπεδος χώρος, που το συνολικό μήκος του υπολογίζεται στα 780 μ. και το πλάτος του περίπου στα 320 μ. (ο Παυσανίας αναφέρει, ότι το μήκος του ήταν τέσσερα στάδια και το πλάτος ένα στάδιο και τέσσερα πλέθρα). Ο αγωνιστικός χώρος ήταν στενόμακρος και κατά μήκος του υπήρχε το λεγόμενο ''έμβολο'', ένα λίθινο ή ξύλινο χώρισμα μήκους δύο σταδίων, που τον χώριζε σε δύο διαδρόμους. Τα άλογα ή τα άρματα έτρεχαν όλα στον ένα διάδρομο, με κατεύθυνση προς τα ανατολικά και όταν έφθαναν στο τέλος, παρέκαμπταν το άκρο του εμβόλου και έστριβαν στον άλλο διάδρομο, με κατεύθυνση προς τα δυτικά. Η συνολική απόσταση που διένυαν ποίκιλλε ανάλογα με το αγώνισμα. Γύρω από το στίβο υπήρχε χώρος για τους θεατές. Στο βόρειο τμήμα χρησιμοποιήθηκε το φυσικό πρανές, ενώ στις άλλες πλευρές είχαν δημιουργηθεί τεχνητά επικλινή επίπεδα με επισώρευση χωμάτων. Στο δυτικό τμήμα του βορείου πρανούς υπήρχε ιδιαίτερη θέση για τους κριτές των αγώνων. Η δυτική πλευρά του ιπποδρόμου έκλεινε με τη στοά του αρχιτέκτονα Αγνάπτου, η οποία δεν έχει βρεθεί στις ανασκαφές και, επομένως, η μορφή της δεν είναι γνωστή. Εκεί βρισκόταν το πιο εντυπωσιακό μέρος του ιπποδρόμου, η ιππάφεση, δηλαδή η αφετηρία των αλόγων. Το πολύπλοκο σύστημα της ιππάφεσης, που είχε επινοήσει ο ανδριαντοποιός Κλέοιτας, μας περιγράφει αναλυτικά ο Παυσανίας. Δεν ήταν σε ευθεία γραμμή, αλλά είχε σχήμα πλώρης πλοίου, δηλαδή ενός ισοσκελούς τριγώνου με κτιστά χωρίσματα στις δύο πλευρές, που όριζαν τις θέσεις των αλόγων ή των αρμάτων. Στην κορυφή του τριγώνου βρισκόταν ένα χάλκινο δελφίνι επάνω σε πάσσαλο, ενώ στη βάση του, μπροστά από τη στοά του Αγνάπτου, υπήρχε βωμός, επάνω στον οποίο στηριζόταν ένας χάλκινος αετός με ανοιγμένα φτερά. Μέσα στο βωμό βρισκόταν ο μηχανισμός, που τον χειριζόταν ένα μόνο άτομο. Μπροστά από τα άλογα ή τα άρματα υπήρχαν τεντωμένα σχοινιά, που εμπόδιζαν την εκκίνηση. Κατά την ιππάφεση, τα σχοινιά έπεφταν σταδιακά, ξεκινώντας από τα άλογα που βρίσκονταν πιο πίσω, ενώ παράλληλα, άρχιζε να βυθίζεται το χάλκινο δελφίνι και να υψώνεται ο αετός. Όταν όλα τα άλογα ή άρματα έρχονταν στην ίδια ευθεία, στη βάση του διαδρόμου, και ο αετός ήταν ορατός από όλους τους θεατές, ηχούσαν οι σάλπιγγες και άρχιζε ο αγώνας. Κοντά στην αφετηρία ήταν στημένο το άγαλμα της Ιπποδάμειας, που κρατούσε την ταινία του νικητή, ενώ στο νοτιοανατολικό άκρο του ιπποδρόμου υπήρχε στρογγυλός βωμός, αφιερωμένος στον Ταράξιππο, θεότητα που ονομαζόταν έτσι επειδή προξενούσε ταραχή στα άλογα. 

Προς το τέλος της βόρειας πλευράς του ιπποδρόμου υπήρχε το Ιερό της Δήμητρας Χαμύνης, το οποίο πρόσφατα έφερε στο φως η Ζ' Εφορεία Αρχαιοτήτων.

33. Το Παλαιό Μουσείο 

Το κτίριο του Μουσείου της Αρχαίας Ολυμπίας αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα νεοκλασικής αρχιτεκτονικής με ιδιαίτερα στοιχεία από αρχαία κτίρια της Ολυμπίας. Κατασκευάστηκε το 1885 από σχέδια του αρχιτέκτονα Adler.