Λέων Αμφίπολης
Ο Λέων της Αμφίπολης βρίσκεται δίπλα στην παλιά γέφυρα του Στρυμόνα στην επαρχιακή οδό Αμφίπολης - Σερραϊκής Ακτής αλλά εικάζεται ότι η αρχική του θέση ήταν στη κορυφή του Τύμβου Καστά. Σύμφωνα με τις έρευνες της ΚΗ’ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων το μνημείο συνδέεται άρρηκτα με τον Τύμβο και τοποθετείται στο ψηλότερο σημείο του. Οι λατύπες που βρέθηκαν γύρω από το ταφικό σήμα στη κορυφή του τύμβου δηλώνουν την ύπαρξη μεγάλου μαρμάρινου μνημείου που δεν είναι άλλο από τη βάση του Λέοντος.
Οι γνώμες των επιστημόνων ως προς το λόγο που στήθηκε το μνημείο διίστανται. Ο καθηγητής Αρβανιτόπουλος αναφέρει ότι το μνημείο στήθηκε από τον Άγνωνα μετά από υπόδειξη του Περικλή για να τιμήσουν τους 10000 νεκρούς που σκοτώθηκαν στη μάχη του Δραβίσκου. Ωστόσο, ο καθηγητής Δημήτρης Λαζαρίδης πιστεύει ότι στήθηκε προς τιμή του Λαομέδοντα από τη Λέσβο, ενός από τους αξιολογότερους τριηράρχους του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Σε κάθε περίπτωση, ο Λέων της Αμφίπολης αποτελεί έμβλημα της Μακεδονικής γης και ένα από τα πιο σημαντικά μνημεία του 4ου π.Χ. αιώνα που έχουν διασωθεί ως σήμερα.
Το μνημείο έχει ύψος 5,50 μέτρα και το λιοντάρι εικονίζεται καθιστό στα πίσω πόδια. Η λαϊκή παράδοση αναφέρει ότι η έλλειψη γλώσσας ήταν συμβολική αφού δεν έπρεπε να μαρτυρήσει τον ένοικο του Τύμβου. Ο εντοπισμός των πρώτων τμημάτων του έγινε από Έλληνες στρατιώτες της 7ης μεραρχίας, που είχαν στρατοπεδεύσει εκεί κατά τον Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο, ενώ μερικά χρόνια αργότερα το 1916 ανακαλύφθηκαν περισσότερα τμήματα από Άγγλους στρατιώτες κατά την κατασκευή οχυρωματικών έργων εν μέσω του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Οι Άγγλοι θέλησαν να μετακινήσουν τα κομμάτια, αλλά λόγω του μεγάλους μεγέθους αλλά και των μαχών με τα Βουλγαρικά στρατεύματα, δεν τα κατάφεραν.
Τη δεκαετία του 1930 κατά την εκτέλεση αποστραγγιστικών έργων στο Στρυμώνα από την εταιρεία Monks Ulen, τα μέλη της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών P. Collart και P. Devampez, βρέθηκαν στο τόπο όπου είχαν εντοπιστεί τα θραύσματα, τα μελέτησαν, τα χρονολόγησαν και δημοσίευσαν τις μελέτες τους στο αρχαιολογικό περιοδικό Bulletin de Correspondance Hellenique. Το 1937 ο τότε πρεσβευτής των ΗΠΑ στην Αθήνα Lincoln Mac Veagh έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το μνημείο και εκπρόσωποι της Αμερικανικής Σχολής Αρχαιολογικών Μελετών συ συνεργασία με τους Γάλλους συναδέλφους τους που ήταν στη περιοχή, προχώρησαν σε καταγραφή των θραυσμάτων και πρότειναν την ανακατασκευή του λιονταριού.
Μετά από εργασίες που κράτησαν από τις 8 έως τις 17 Ιουνίου 1936 και στις οποίες πήραν μέρος 20 εργάτες, ήλθαν στο φως περισσότερα κομμάτια αλλά και η βάση του μνημείου και ξεκίνησε η συναρμολόγηση του. Το έργο ανέλαβε ο γλύπτης κ. Ανδρέας Παναγιωτάκης, καθηγητής του Πολυτεχνείου Αθηνών και γλύπτης του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου. Ο γλύπτης αφού πρώτα κατασκεύασε γύψινο αντίγραφο στις διαστάσεις του πραγματικού, προχώρησε στην ανακατασκευή έχοντας στη κατοχή του μόνο 11 κομμάτια από το αρχαίο γλυπτό, με τα εννιά εξ’ αυτών να είναι συνεχόμενα. Όσα κομμάτια έλειπαν συμπληρώθηκαν με άσπρο τσιμέντο.
GPS Συντεταγμένες 40.80307, 23.84254














































