Παναγία Θάσου

1. Παναγία Θάσου

H Παναγία είναι ένα παραδοσιακό χωριό με πολύ πλούσια ιστορία. Βρίσκεται στο βορειοανατολικό τμήμα του νησιού, μόλις 10 χιλιόμετρα από τον Λιμένα. Η πρόσβαση είναι μέσω της περιφερειακής οδού που διατρέχει το νησί και η ήπια ανάβαση πραγματοποιείται, μέσα από μια μαγευτική καταπράσινη διαδρομή με πεύκα, πλατάνια και οργιώδη βλάστηση. Την ονομασία το χωριό την πήρε από τον ομώνυμο ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου που δεσπόζει επιβλητικός στο κέντρο του χωριού.

Το χωριό χτίστηκε μακριά από τη θάλασσα κρυμμένο πίσω από τα βουνά ώστε να μην φαίνεται τα παλιά χρόνια από τους πειρατές που λυμαίνονταν τα νησιά του Βορείου Αγαίου. Παλαιότερα είχε δικό της νόμισμα, τις μπακίρες, τις οποίες μπορεί να δει ο επισκέπτης στην εκκλησία του χωριού.

Οι πρώτοι κάτοικοι μετοίκησαν από τον Λιμένα για να απαλλαγούν από τον φόβο των Τούρκων. Έτσι χτίστηκε το χωριό που αρχικά του δόθηκε το όνομα Αναστάσιο για να μετονομαστεί αργότερα σε Παναγία. Ο οικισμός μεγάλωσε και αναπτύχθηκε γρήγορα μετά το τέλος των πειρατικών επιδρομών το 1858. Έφτασε να αριθμεί 600 σπίτια και να είναι μαζί με τον Θεολόγο τα μεγαλύτερα χωριά του νησιού και έγινε και η  πρωτεύουσα της Θάσου, αντικαθιστώντας τον Θεολόγο που δεν εξυπηρετούσε λόγω της μεγάλης απόστασης από την θάλασσα.

Το χωριό  της Παναγίας, χαρακτηρίστηκε παραδοσιακός οικισμός το 1978 με προκαθορισμένες προδιαγραφές δόμησης που προστατεύουν τον παραδοσιακό χαρακτήρα του μέχρι σήμερα. Έχει λιθόστρωτους δρόμους ενώ χαρακτηριστική είναι η αρχιτεκτονική των σπιτιών με σχιστόλιθους στη στέγη, μικρά ξύλινα μπαλκόνια και σκεπαστούς εξώστες. Στο χωριό υπάρχουν γάργαρα τρεχούμενα νερά που φτάνουν εδώ, από τις πηγές των βουνών καθώς και πολλές κρήνες και πλατάνια ενώ το χαρακτηριστικότερο σημείο του χωριού είναι η πλατεία.

Η εκκλησία της Παναγίας γιορτάζει στις 15 Αυγούστου και μαζί της όλο το χωριό. Οι γυναίκες του χωριού, διατηρώντας τις παραδόσεις, στον αυλόγυρο της εκκλησίας, ετοιμάζουν το κουρμπάνι, κρέας με σιτάρι, ρύζι ή πατάτες και το μοιράζουν μετά τη Θεία λειτουργία. Στη γύρω περιοχή υπάρχουν περισσότερα από 10 μικρά ξωκλήσια, γεγονός που καταδικνύει την πίστη των κατοίκων και τον δεσμό τους με την θρησκευτική ζωή του τόπου.

Την εκκλησία την έχτισαν οι προύχοντες του τόπου Σωτήριος Αυγουστής Αυγερινός και Χατζής Κωνσταντίνος οι οποίοι χρηματοδότησαν την εργασίες ανέγερσης του ναού που άρχισαν το 1831 και επιμελήθηκαν καστοριανοί μάστορες, γνωστοί για την άριστη γνώση της εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής. Αυτοί ήταν που έδωσαν στον ναό πολλά χαρακτηριστικά των Βυζαντινών εκκλησιών της πόλης τους, ενώ το υπέροχο ξυλόγλυπτο τέμπλο της εκκλησίας ολοκληρώθηκε το 1881 από Βολιώτες τεχνίτες. Ο αρχιτεκτονικός ρυθμός του ναού είναι βασιλική με τρούλο ενώ τα υλικά για την κατασκευή του πάρθηκαν από την γύρω περιοχή αλλά και από τα ερείπια αρχαίων ναών της Θάσου. Ο ναός έχει πέντε εισόδους μια μεγάλη κεντρική από την δυτική πλευρά και τέσσερις που μας οδηγούν στα πλαϊνά κλίτη.

Μία άλλη σημαντική παραδοσιακή γιορτή είναι κα το καρναβάλι την περίοδο της αποκριάς. Οι κάτοικοι έρχονται ντυμένοι με κουστούμια και αρχίζουν το ποτό, το φαγητό και το χορό, πριν από την έναρξη της παρέλασης. Συμμετοχή στην παρέλαση έχουν κυρίως οι ντόπιοι με στολές και άρματα. Κάθε άρμα έχει το δικό του θέμα το οποίο έχει σχέση με την κοινωνική, την οικονομική και γενικότερα την καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Χαρακτηριστικό γεγονός της παρέλασης, πέρα από το χορό και το τραγούδι είναι τα σατιρικά στιχάκια και τα κοστούμια των συμμετεχόντων που προκαλούν άφθονο γέλιο σε όσους παρακολουθούν.

Η Παναγία είναι ένα δημοφιλές τουριστικό σημείο λόγω της γειτνίασής του με την Ποταμιά και το παραθαλάσσιο θέρετρο της Σκάλας Ποταμιάς και της Σκάλας Παναγίας αλλά και λόγω της γραφικότητας του οικισμού.

Ιστορικό Διατηρητέο Μνημείο - ΦΕΚ 875/Β/23-10-1972

Θεολόγος Θάσου

2. Θεολόγος Θάσου

Ο Θεολόγος είναι κτισμένος στο νοτιοανατολικό τμήμα της Θάσου, σε υψόμετρο 240 μέτρων. Απέχει 50 χιλιόμετρα από τον Λιμένα Θάσου και 10 χιλιόμετρα από τον Ποτό Θάσου. Πρόκειται για ένα ανακηρυγμένο παραδοσιακό οικισμό που διατηρεί τον ιστορικό του χαρακτήρα. Μέχρι τα μέσα του περασμένου αιώνα ο Θεολόγος ήταν το κεφαλοχώρι του νησιού, ενώ ακόμη και σήμερα, αντίθετα με τα υπόλοιπα ορεινά χωριά, είναι ζωντανό χωριό με πολλούς κατοίκους. Το χειμώνα οι κάτοικοι ασχολούνται με τη γεωργία και την κτηνοτροφία ενώ το καλοκαίρι με τον τουρισμό.

Η πρώτη γραπτή μαρτυρία για το Θεολόγο παρουσιάζεται το έτος 1287. Ο Αυτοκράτορας του Βυζαντίου Ανδρόνικος Β’ Παλαιολόγος αναφέρει, ότι η μονή Φιλοθέου του Αγ. Όρους, είχε μετόχι στο όνομα του Ευαγγελιστή και Θεολόγου Ιωάννη, στην τοποθεσία του σημερινού χωριού, απ΄ όπου πήρε και το όνομά του, ενώ υπήρξε διοικητική πρωτεύουσα της Θάσου κατά την τούρκικη κατοχή (1455-1813) και κατά την αιγυπτιακή εξουσία (1813-1902). Τούρκοι έποικοι εμφανίζονται στο Θεολόγο μεταξύ 1479 και 1538. Από τότε και έπειτα αρχίζει να εξελίσσεται σε μεγάλο κεφαλοχώρι με δύο οικισμούς «Άνω και Κάτω Πολίτες», δύο ενορίες και δύο σχολεία. Οι κάτοικοι βέβαια έμειναν στενά συνδεδεμένοι και με τους παραλιακούς οικισμούς Ποτού και Αστρίς όπου είχαν τα κτήματά τους.

Ο Θεολόγος φέρεται εκείνη την εποχή άρρηκτα συνδεδεμένος με τα μετόχια των Αγιορείτικων μονών του Δοχειαρίου, του Διονυσίου και του Παντοκράτορος. Παράλληλα, σύμφωνα με οθωμανική απογραφή του 1519 ο Θεολόγος ήταν ο πολυπληθέστερος οικισμός του νησιού. Στις 30 Μαρτίου του 1813 παραχωρήθηκε μαζί με την υπόλοιπη Θάσο στον Μωχάμετ Αλή της Αιγύπτου με την Οθωμανική Αυτοκρατορία να διατηρεί τα κυριαρχικά της δικαιώματα επί του νησιού. Λίγα χρόνια αργότερα οι κάτοικοί του θα συμμετάσχουν ενεργά στην ελληνική επανάσταση του 1821, χωρίς όμως να πετύχουν την απελευθέρωση.  Ο Θεολόγος άκμασε επί αιγυπτιοκρατίας, απέκτησε σχετική αυτονομία και αποτέλεσε πρωτεύουσα ολόκληρου του νησιού μέχρι περίπου το 1840. Μετά τις αποτυχημένες ελληνικές εξεγέρσεις του 1878 κατέφυγαν στον Θεολόγο ελληνικές οικογένειες από την Ήπειρο και τη Μακεδονία.. Ο Θεολόγος απελευθερώθηκε μαζί με την υπόλοιπη Θάσο την 18η Οκτωβρίου του 1912.

Στον Θεολόγο υπάρχουν αρκετές εκκλησίες κατά τη μεταβυζαντινή αλλά και την πιο πρόσφατη χρονική περίοδο: Από αυτές ξεχωρίζουν η εκκλησία της Παναγίας ή Παναγούδας κοντά στο ρέμα της Αγίας Βασιλικής η οποία χτίστηκε το 1633 και ανακατασκευάστηκε γύρω στο 1780, ο Άγιος Δημήτριος (κτίσμα του 1803), η Αγία Παρασκευή (χτίστηκε το 1843, πιθανότατα στη θέση παλιότερου ομώνυμου ναού), ο ναός της Γέννησης του Τιμίου Προδρόμου νοτιοανατολικά του χωριού και ο Άγιος Γεώργιος (αμφότεροι κτίσματα του 1844) .

Άλλα αξιοθέατα του Θεολόγου είναι οι καταρράκτες της Κεφαλόγουρνας, τα παλιά ασβεστοκάμινα, το λαογραφικό μουσείο, το αρχοντικό Χατζηγιώργη και ένα παλιό πετρόκτιστο γεφύρι. Σημαντική εκδήλωση του Θεολόγου αποτελεί το δρώμενο της αναπαράστασης του θιασίτικου γάμου. Ο Θασίτικος γάμος που αποτελεί αναπαράσταση παραδοσιακού γάμου, συγκεντρώνει ντόπιους και παραθεριστές σε ένα ξέφρενο τοπικό γλέντι, μοναδικό για την αυθεντικότητά του σε ολόκληρη την περιοχή.

Στον οικισμό υπάρχουν λιθόστρωτα στνά δρομάκια και σπίτια μοναδικής αρχιτεκτονικής. Τέτοια είναι το αρχοντικό της Ελένης Τζιάτα, το πατρικό του συγγραφέα Βασίλη Βασιλικού και του Χατζηγιώργη που φιλοξενεί και τον πολιτιστικό σύλλογο. Το 1979 ανακηρύχτηκε διατηρητέος παραδοσιακός οικισμός και θεσπίστηκαν προδιαγραφές ως προς την επισκευή και ανακαίνιση των σπιτιών. 

Σήμερα το χωριό αποτελεί τουριστικό προορισμό συγκεντρώνοντας πολλούς ξένους ειδικά τους καλοκαιρινούς μήνες. Φημίζεται για το καλό φαγητό (ξακουστό κατσικάκι στη σούβλα), το μέλι του κα γλυκά του κουταλιού.

Ιστορικό Διατηρητέο Μνημείο - ΦΕΚ 875/Β/23-10-1972

➤