Ι.Μ. Υπαπαντής

Translate

Ι.Μ. Υπαπαντής

Ο καθηγούμενος της μονής της Θεοτόκου Δούπιανης, Νείλος, ιδρύει στα 1366 / 67 τη Μονή της Υπαπαντής, που σήμερα είναι ακατοίκητη και ανήκει στη Μονή του Μεγάλου Μετεώρου (Μεταμορφώσεως). Ο νάρθηκας της μονής είναι μεταγενέστερος, αφού κτίζεται στα 1784 και αγιογραφείται από τους Καλαρρυτινούς ζωγράφους Δημήτριο Ζούκη και τον μαθητή του Γεώργιο.
 
Είναι ένα μοναστήρι κτισμένο ψηλά σ’ ένα σπήλαιο στην άκρη ενός απόκρημνου βράχου, σε ύψος εβδομήντα μέτρων, που περισσότερο μοιάζει με «αετοφωλιά» και μπορεί κανείς να το προσεγγίσει μόνο από ένα χωματόδρομο ή με πεζοπορία, ενώ παλιά το ανέβασμα γινόταν από μια κρεμαστή ξύλινη σκάλα. Η ιερά μονή Υπαπαντής ή της Αναλήψεως του Χριστού, ανήκει στα αναστηλωμένα παλαιά μοναστήρια των Μετεώρων. 
 
Σύμφωνα με ιστορικά στοιχεία τα καντήλια της Ιεράς Μονής Υπαπαντής έμειναν σβηστά για πολλά χρόνια, έως ότου ο δραστήριος μητροπολίτης Τρίκκης και Σταγών, Πολύκαρπος το έτος 1930, φρόντισε για την ανακατασκευή λαξευτής σκάλας, με αποτέλεσμα να γίνει πολύ ευκολότερη η άνοδος στο συγκεκριμένο σπήλαιο. Μάλιστα, το Μάιο του 1948, εξαιτίας της διάβρωσης, έπεσε ένα μεγάλο τμήμα βράχου, με συνέπεια να γίνει πιο προσιτό το σπηλαιώδες μοναστήρι. Σήμερα η συγκεκριμένη λαξευτή σκάλα αριθμεί εκατό σκαλιά. Σε ιστορικά κείμενα αναφέρεται ότι το μοναστήρι ήταν κτισμένο σε δύο μικρές σπηλιές, που τις χώριζε όγκος ενός μέτρου προς το βάραθρο. Μάλιστα, όπως τονίζεται, η άνοδος γινότανε με μια ανεμόσκαλα με εξήντα σκαλιά.
 
Αξίζει να αναφερθεί ότι η μονή της Υπαπαντής, είναι κτισμένη ψηλά σε κοιλότητα βράχου στο βορειότερο τμήμα της περιοχής των Μετεώρων. Στην ανατολική πλευρά του ίδιου βράχου βρίσκονται τα ερείπια της μονής του Αγίου Δημητρίου. Ο κυρίως ναός είναι μόνοκλιτος, σταυρεπίστεγος βασιλική και είναι από τους παλαιότερους ναούς του τύπου αυτού. Η μονή δεν ακολουθεί την καθιερωμένη διάταξη στην ανάπτυξή της, αλλά αναπτύσσεται με τον καιρό ανάλογα με τις ανάγκες της. Ο ναός αρχικά τοποθετήθηκε κοντά στην είσοδο. Αργότερα, όμως, η είσοδος μεταφέρθηκε αναγκαστικά και ο ναός βρίσκεται πλέον μακριά από αυτήν. Πρόκειται για μονή που κατοικήθηκε κατά διαστήματα από λίγους μοναχούς, οι οποίοι εκμεταλλεύτηκαν κατά το δυνατόν την υπάρχουσα επιφάνεια και την αύξησαν με την δημιουργία προεξοχών.
 
Η ιερά μονή της Υπαπαντής άρχισε να παρακμάζει στις αρχές της οθωμανικής κυριαρχίας. Στο «Χρονικόν των Μετεώρων» (γραμμένο το 1529) αναφέρεται η πληροφορία ότι αρκετά ησυχαστικά μονύδρια βρίσκονταν στα χέρια κοσμικών και αφανίζονταν. Επί ογδόντα έξι χρόνια την Υπαπαντή λυμαίνονταν με ληστρικό τρόπο μία συγκεκριμένη οικογένεια, στην οποία γίνεται και αναφορά.
 
Στις αρχές του 17ου αιώνα η μονή της Υπαπαντής ανήκει ως κελί πλέον στο Μεγάλο Μετέωρο. Δύο δεκαετίες αργότερα «οι εν Υπαπαντή του Κυρίου» πατέρες με καθηγούμενο τον ιερομόναχο Χριστόδουλο συνυπογράφουν δέκατοι στην σειρά στην ζητεία των μετεωρικών μοναστηριών προς τον ηγεμόνα της Μολδοβλαχίας Ιωάννη Βασίλειο Lupu (1634 – 1653). Ωστόσο, κατά τα τέλη του 18ου αιώνα επί ηγουμένου Συμεών το μοναστήρι αυτό παρουσίασε νέα άνθηση και σε αριθμό πατέρων και σε κτήματα.