Ι.Μ. Αγίου Νικολάου Μπάντοβας

Translate

Ι.Μ. Αγίου Νικολάου Μπάντοβας

Το μονύδριο του Αγίου Νικολάου βρίσκεται σε μία πανέμορφη τοποθεσία γνωστή ως Μπάντοβα, νοτιοανατολικά από το Καστράκι. Η σκήτη έχει χτιστεί μέσα σε σπήλαιο που παλαιότερα  χρησιμοποιούνταν από ερημίτες και ασκητές. Ιδρύθηκε κατά τα μέσα του 14ου αιώνα μ.Χ. και η αρχική του ονομασία ήτανε Κοφινάς. 

Η πρώτη αναφορά γίνεται στο ‘Χρονικό των Μετεώρων’ που είναι γραμμένο γύρω στο 1529 όπου γίνεται μνεία των αμπελώνων του Αγίου Νικολάου του Κοφινά. Στις αρχές του 17ου αιώνα η το μονύδριο ανήκε στο Μεγάλο Μετέωρο ενώ οι πρώτες αναφορές με την ονομασία μονή του Αγίου Νικολάου Μπάντοβα  αρχίζουν από τα μέσα του 19ου αι. μ.Χ. Είναι άγνωστο από που προέρχεται η ονομασία, πιθανόν να προήλθε από το επώνυμο κάποιου ηγούμενου, ονομασία που χαρακτήρισε και τον βράχο όπου βρίσκεται η μονή.

Η μονή υπέστη σημαντική ανακαίνιση το 1876 από τον αγιοστεφανίτη μοναχό Ιγνάτιο, σύμφωνα με παλαιά επιγραφή, η οποία αναφέρει: (Ανακενήσθη Η παρούσα Μονή / του Αγίου Νικολάου Μπάτοβου / Δια Συνδρομής Ιγνατίου Μο/ναχού όστις εχριμάτησεν / ποτέ καιρόν εις την Μονήν του / Αγίου Στεφάνου και ύστερον / ήλθεν ενταύθα 1876: Απριλίου / και Ευγενίας Μοναχής εν έτει 1893.)

Σε ευρετήριο των ΓΑΚ για τις διατηρούμενες μονές της Ελλάδος, το οποίο χρονολογείται λίγο μετά το 1881/2, δηλαδή μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας στο ελληνικό βασίλειο, αναφέρεται και η μονή Αγίου Νικολάου ανάμεσα στις ζώσες μετεωρίτικες μονές με το προσηγορικό «Μπάντοβα». Αναγράφονταν συνολικά επτά μετεωρίτικες μονές, ήτοι: «Αγίου Στεφάνου, Αγίων Παντων Βαρλαάμ, Μεταμορφώσεως (Μεγάλου Μετεώρου), Αγίας Τριάδος, Μεταμορφώσεως Ρουσάνου, Αγίου Νικολάου Μπάντοβα, Αγίου Νικολάου (Αναπαυσά)».

Ο συγγραφέας Φώτης Κοτοπούλης περιγράφει την παλιά διαμόρφωση της μονής αναφέροντας: «Το μοναστήρι αυτό βρίσκεται σε μία σπηλιά κάπως ευρύχωρη και πάνω σ’ έναν βράχο, τον καλούμενο Μπάτοβα. Κείται προς τα ΝΑ του Καστρακίου, ΒΔ της Καλαμπάκας και ανάμεσα από τους βράχους Αγιάς, Πυραμίδας και Πυξάρι, Αρφαντογιάννη και Αμπάρια, χτισμένο σε ύψος 30 οργυές από το έδαφοςΑνεβαίνει κανείς πρώτα σε μια στενόμακρη μικρή σπηλιά, κι’ από κει με σκάλα, δια μέσου μιας τρύπας όχι και μεγάλης, ίσα να χωράει την διάβασι ανθρώπου πάνω σ’ άλλη μικρή σπηλιά και με σκάλα πάλι ξύλινη στην άνω σπηλιά όπου είναι ο εξώστης, η ανέμη και η στέρνα και προς το βάθος το πολύ μικρό και λαξευτό ναΰδριο. Η παραπάνω αναφερομένη τρύπα από την οποία διέρχεται ο επισκέπτης, αποτελεί τρόπον τινά την πόρτα η οποία κλείνει ερμητικά και φράσσει την άνοδο. Σχεδόν τετράγωνη και πάχους είκοσι εκατοστά του μέτρου, περιβάλλεται με μετάλλινο περίβλημα (λαμαρίνης) και είναι οπωσδήποτε βαρειά και φέρει εξέχοντα οδοντωτά καρφιά, μεγέθους μισού μικρού δακτύλου χεριού και προς το κάτω μέρος κατά το κλείσιμο για την καλύτερη προφύλαξι και εξασφάλισι ασφαλείας και ησυχίας των μοναζόντων από κακοποιούς.»

Από το 1994 με την υπ’ αριθ. 18/22.11.1994 πράξη του σεβασμιότατου μητροπολίτη Σταγών και Μετεώρων κ. Σεραφείμ είναι μετόχι της ιεράς μονής Αγίας Τριάδος. Δίπλα υπάρχει το μικρό εκκλησάκι της Παναγίας καθώς και τις σκήτες του Αγίου Αντωνίου και του Αγίου Γρηγορίου όλα κτισμένα μέσα σε σπηλιές και φυσικές κοιλότητες των βράχων.

Η Μονή ήταν ήδη μισοκατεστραμμένη όταν βομβαρδίστηκε το 1943 από τους Γερμανούς. Σωζόταν μόνο ο ναΐσκος της μονής, ενώ κατά τα έτη1997-1999 αναστηλώθηκαν τα κελιά με έξοδα της μονής Αγίας Τριάδος, με συνδρομή του Υπουργείου Πολιτισμού και χορηγίες ευλαβών πιστών.