Φωτο: © Argyris Pafilis

Translate

Γεφύρι του Δοτσικού

Το πέτρινο γεφύρι στο Δοτσικό είναι χτισμένο στο μεγαλύτερο υψόμετρο (1060μ) από όλα τα γεφύρια της Μακεδονίας και το μοναδικό της περιοχής που βρίσκεται μέσα σε οικισμό επιτρέποντας την επικοινωνία ανάμεσα στις δύο συνοικίες του χωριού. Γεφυρώνει τον ποταμό Δοτσικιώτη, παραπόταμο του Βενέτικου και βρίσκεται στην κεντρική πλατεία του χωριού που έως το 1940 αναφερόταν ως Δούτσικον. Η ιστορική ονομασία του χωριού είναι Ντουσκό ή Ντουτσκό που την έδωσαν οι πρώτοι κάτοικοι προερχόμενοι από την Ήπειρο επηρεασμένοι από τα βαλανόδενδρα που την περιβάλαν (ντούσκο = η ήρεμη βαλανιδιά). 

Το γεφύρι χτίστηκε κατά άλλους στο έτος 1804 από Ηπειρώτες μαστόρους ενώ σύμφωνα με άλλες πηγές χτίστηκε στη δεκαετία 1870 - 1880 από μαστόρους του χωριού και της γειτονικής Καλλονής. Στο σώμα του φέρει αρκάδες, κατακόρυφες πέτρες που χρησιμεύουν ως στηθαία, δηλαδή ως προστατευτικές κατασκευές εκατέρωθεν του καταστρώματος του γεφυριού.  Αποτελεί αξιόλογο δείγμα της λαϊκής αρχιτεκτονικής των χρόνων της Tουρκοκρατίας και έχει ανακηρυχθεί ιστορικό διατηρητέο μνημείο από το 1985.

 

Γεώργιος (Γούλας) Μητάκος (Πρωτομάστορας)


Ανάμεσα στους πρωτομάστορες, τους μεγάλους καλφάδες και τους πελεκάνους της περιοχής των Γρεβενών ξεχωρίζουν για τα έργα τους ο Γεώργιος Λάζος ή «Βράγγας» (παρατσούκλι) και ο Γιώργος Μητάκος. Ο Άρης Μητάκος, εγγονός του Μαστρογούλα Μητάκου, μαζί με τον κ. Άρη Δήμου - σύγχρονο μάστορα της πέτρας - από την Καλλονή Γρεβενών, μας έδωσαν τις πληροφορίες που ακολουθούν και αναφέρονται στη ζωή, στο χαρακτήρα και τα έργα του. Ο Γιώργος ή Μαστρογούλας Μητάκος (1848 –1964) από τη Λιούντζη, τη σημερινή Καλλονή Γρεβενών έζησε 116 χρόνια. Το πραγματικό του επίθετο, των προγόνων του, ήταν Μπουρονίκος. Στην πορεία όμως των χρόνων, όπως συνηθιζόταν εκείνη την εποχή, άλλαζε το πραγματικό επίθετο και επικρατούσε το παρατσούκλι. Στην περίπτωση του Μητάκου επικράτησε το μικρό όνομα του παππού του που λεγόταν «Μήτρος», το οποίο σταδιακά έγινε «Μητράκος» για να καταλήξει στο «Μητάκος».

Ο Μητάκος είχε και ένα ακόμη παρατσούκλι εξαιτίας της γρηγοράδας με την οποία τοποθετούσε τις πέτρες – πλάκες στις στέγες των σπιτιών. Έλεγε «πλάκα να» ζητώντας, δηλαδή, από τους μαστόρους να του δίνουν γρήγορα τις πλάκες για να τις τοποθετεί στις στέγες και το έκανε τόσο γρήγορα και αποτελεσματικά που αυτοί δεν τον προλάβαιναν. Έτσι του έμεινε και το παρατσούκλι «ο πλακανάρας» και όσοι μάστορες τον γνώριζαν από άλλα μπουλούκια όταν τον αντίκριζαν έλεγαν «ήρθε ο πλακανάρας...».Οι περισσότεροι Καλλονιώτες μάστορες ήταν απλοί μάστορες και ο Μητάκος ως πρωτομάστορας – κάλφας ξεχώριζε για την ικανότητά τους στο πελέκημα και την τοποθέτηση της πέτρας. Μερικές φορές στο μπουλούκι του έπαιρνε και πελεκάνους, οι οποίοι τύχαινε να είναι συνομήλικοι ή και μεγαλύτεροι σε ηλικία από αυτόν. Υπήρχε όμως πάντα ανάμεσά τους αμοιβαίος σεβασμός και όλοι τον άκουγαν όταν έδινε τις οδηγίες του για το έργο.

Ήταν ήσυχος, πολύ καλός με όλους τους χωριανούς αλλά και τους συνεργάτες του στο μπουλούκι. Βοηθούσε τους πάντες, παρά το γεγονός ότι υπήρχε μεγάλος ανταγωνισμός μεταξύ των μαστόρων εκείνη την εποχή. Εκτός από καλός και αποδοτικός τεχνίτης ήταν άνθρωπος σοφός που έλεγε πάντοτε λίγες και μετρημένες κουβέντες και δεν κατηγορούσε κανένα. Ο Μητάκος φρόντιζε να είναι περιποιημένος και ζητούσε και από τους άλλους μαστόρους να είναι και αυτοί περιποιημένοι και να δένουν σωστά τις κάλτσες τους (εκείνη την εποχή έδεναν τις κάλτσες με σχοινιά). Όταν έβλεπε κάποιον απεριποίητο, με λυμένα τα σχοινιά του, του έλεγε ορθά κοφτά: «μάζεψε τα σχοινιά σου...».

Ο Μητάκος είχε πέντε (5) παιδιά, τέσσερα (4) κορίτσια και ένα (1) αγόρι. Ταυτόχρονα με τις εργασίες του ως πρωτομάστορας διατηρούσε ένα σχετικά μικρό αριθμό ζώων (πρόβατα, κατσίκια και μουλάρια) και με τις κτηνοτροφικές εργασίες ασχολούνταν κυρίως ο γιος του. Ξεχείμαζαν στα χωριά της Ελασσόνας και ειδικότερα στη Βουβάλα (η σημερινή Αζωρός στο Σαραντάπορο). Ο Μαστρογούλας Μητάκος συνήθισε να πηγαίνει στα παζάρια της περιοχής της Ελασσόνας και του Τυρνάβου για να αγοράσει αλλά και να πουλήσει ζώα, κυρίως μουλάρια, τα οποία έπρεπε να είναι δυνατά για να αντέχουν στις εργασίες του μπουλουκιού (μεταφορά πετρών από τα νταμάρια και άλλων φορτίων). Ο Μητάκος είχε τη φήμη του μερακλή, δηλαδή ήθελε να διαλέγει τα καλύτερα ζώα και ήταν συνεπής στις πληρωμές του. Οι ιδιοκτήτες των ζώων, συνήθως Τσιγγάνοι, γνώριζαν τον Μαστρογούλα και πουλούσαν σε αυτόν τα καλύτερα από τα ζώα τους. Συνήθως στο μπουλούκι του Μαστρογούλα Μητάκου χρησιμοποιούσαν για τη μεταφορά και τις εργασίες τους 5 -6 μουλάρια.

Ο Άρης Μητάκος μας διηγήθηκε και το ακόλουθο περιστατικό: «Εκείνα τα χρόνια ο παππούς μου, ο Μαστρογούλας Μητάκος, φρόντιζε να αγοράζει από τις ζωοπανηγύρεις τα καλύτερα μουλάρια και κάποια από αυτά τα χρησιμοποιούσε για τις εργασίες με το μπουλούκι και άλλα τα πουλούσε. Σε μία ζωοπανήγυρη που είχε γίνει στο χωριό Λυκούδι Ελασσόνας Σαραντάπορου ο παππούς μου αγόρασε 10 μουλάρια, δίνοντας 1 λίρα για κάθε μουλάρι. Κάποιος Ηλίας Τάκας που επέστρεψε από την Αμερική ήθελε να γίνει κυρατζής (να μεταφέρει εμπορεύματα με ζώα) και του είπαν να πάει να αγοράσει μουλάρια από τον παππού μου, γιατί όπως έλεγαν «..αυτός είχε πάντοτε τα καλύτερα...». Αφού ήρθε ο Τάκας στο Λιούντζη και είδε τα ζώα και αναγνώρισε ότι ήταν τα καλύτερα ο παππούς μου τον ρώτησε: Είσαι μερακλής, θα πληρώσεις για τα ζώα αυτά;» και ο Τάκας του είπε ότι θα είναι συνεπής και συμφώνησε να αγοράσει δύο (2) μουλάρια, δίνοντας 20 λίρες για το κάθε μουλάρι. Ο παππούς μου ήξερε όχι μόνο να διαλέγει τα καλύτερα ζώα, αλλά και να τα πουλάει στις καλύτερες τιμές! Ήταν και χουβαρντάς, δε λυπόταν τα χρήματα όταν ήθελε να αγοράσει κάτι καλό ή να τα ξοδέψει για την οικογένειά του.»

Από το 1920 έως και το 1940 το Λιούντζη (σημερινή Καλλονή) Γρεβενών γνώρισε μεγάλη άνθηση. Στο χωριό υπήρχαν πολλά μαγαζιά με διάφορα είδη –εμπορεύματα από υφάσματα, τσελέδες, χάλκινα σκεύη μαγειρικής, καρφιά και πέταλα έως είδη τροφίμων, όπως φασόλια και φακές. Τα προϊόντα αυτά τα μετέφεραν οι κυρατζήδες (ή αγωγιάτες, που ήταν οι μεταφορείς της εποχής με ζώα –μουλάρια). Εκείνα τα χρόνια όλοι σχεδόν οι κάτοικοι των γειτονικών οικισμών επισκέπτονταν το Λιούντζη για να προμηθευτούν ότι τους ήταν απαραίτητο. Στο Λιούντζη τότε ζούσαν περίπου 800 κάτοικοι και το δημοτικό σχολείο του χωριού είχε 3 δασκάλους και περίπου 180 μαθητές.

Λίγοι γνωρίζουν ότι ο Μητάκος πριν χτίσει το γεφύρι του Δοτσικού πήγε για ένα χρόνο στην Αμερική, αναζητώντας καλύτερο μεροκάματο. Εκεί δούλεψε σε μία κατασκευαστική εταιρία και η αμοιβή του τότε, σε αντιστοιχία με τα χρήματα στην πατρίδα, ήταν 1 λίρα την ημέρα.

Στα έργα του Μητάκου, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνονται:

  • το γεφύρι στο Δοτσικό Γρεβενών,που το έχτισε το 1883 μαζί με άλλους μαστόρους από την Καλλονή και με τη βοήθεια των κατοίκων του Δοτσικού,
  • η Μοδέστειος Σχολή στο Πισοδέρι Φλώρινας, περιοχή  με πλεονεκτική γεωγραφική του θέση και σημαντική συνεισφορά στην εξέλιξη του Μακεδονικού Αγώνα. Η σχολή χτίστηκε με το κληροδότημα του αρχιμανδρίτη Μόδεστου, στα 1903. Λειτουργούσε ως ημιγυμνάσιο και συντηρούταν με έξοδα του ελληνικού Προξενείου Μοναστηρίου και διατηρήθηκε μέχρι το 1912
  • ο μεγάλος πετρόχτιστος ναός του Προφήτη Ηλία στη Βερδικούσα Ελασσόνας. Στην ευρύτερη περιοχή έκανε και άλλα έργα και όταν έφυγε βοήθησε πολλούς μαστόρους που αποφάσισαν να μείνουν εκεί αφήνοντας γι ́αυτούς καλές συστάσεις.
  • ένα σχολείο στο Μοναστήρι, στο νοτιοδυτικό τμήμα της κοιλάδας της Πελαγονίας στη σημερινή ΠΓΔΜ, μόλις 14 χλμ. βόρεια των συνόρων με την Ελλάδα.

 

Ειδικότερα για τη Μοδέστειο Σχολή στο Πισοδέρι Φλώρινας ο Άρη Μητάκος, εγγονός του Μαστρογούλα Μητάκου, μας διηγήθηκε τα ακόλουθα:

«Έκαναν τέσσερα (4) χρόνια να ολοκληρώσουν το σχολείο στο Πισοδέρι Φλώρινας, αφού δούλευαν μόνο τους καλοκαιρινούς μήνες. Ο Διάδοχος Κωνσταντίνος, που είχε διοριστεί το 1900 Γενικός Διοικητής του Ελληνικού Στρατούτης απελευθερωμένης εκείνη την εποχή Ελλάδας, έδωσε εντολή το σχολείο στο Πισοδέρι να χτιστεί με τέτοιο τρόπο ώστε να χρησιμοποιηθεί για στρατιωτικούς σκοπούς (φυλάκιο). Ο Μητάκος φρόντισε για την ενισχυμένη κατασκευή του κτιρίου και ταυτόχρονα άφησε στο ισόγειο κάποια ανοίγματα -μικρά παράθυρα κάτω από τα οποία έχτισε σκαλοπάτια (πεζούλια). Όταν ο Τούρκος μηχανικός πήγε για να επιθεωρήσει την κατασκευή του σχολείου, ζήτησε να χτιστούν – να  φραγούν τα ανοίγματα αυτά. Ο Μητάκος τα έχτισε αλλά με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορούν εύκολα να γκρεμιστούν, μόλις αυτό θα κρίνονταν απαραίτητο για τον αγώνα του έθνους.»

Το Μοδέστειος Σχολή προσέφερε πολλές και ανεκτίμητες υπηρεσίες κατά την εποχή του αδυσώπητου ανταγωνισμού μεταξύ του Ελληνισμού και του Βουλγαρισμού. Πίσω από το σχολείο υπάρχει ο ναός της Αγίας Παρασκευής στον οποίο τοποθέτησαν το κεφάλι του Παύλου Μελά μετά το θάνατό του. Ο Μαστρογούλας Μητάκος δούλεψε μέχρι τα βαθιά γεράματα. Πέθανε στις 26 Οκτωβρίου 1964, ανήμερα της γιορτής του Αγίου Δημητρίου. Μετά το θάνατό του δεν σώθηκε κάποιο από τα προσωπικά του αντικείμενα.

 

Πηγή: Αργύρης Παφίλης

Photos: © Αργύρης Παφίλης