Translate

Τσίπουρο

Το τσίπουρο είναι ένα δημοφιλές ελληνικό οινοπνευματώδες ποτό. Η παράδοση λέει ότι η παραγωγή του ξεκίνησε τον 14ο αιώνα στο Άγιο Όρος από μοναχούς και από εκεί διαδόθηκε σε άλλα μέρη όπως η Μακεδονία, η Ήπειρος, η Θεσσαλία και η Κρήτη, όπου ουσιαστικά παρασκευάζεται μια παραλλαγή του τσίπουρου, η τσικουδιά ή ρακή. Η διαφορά της τσικουδιάς με το τσίπουρο έγκειται στο ότι το παραδοσιακό ποτό της Κρήτης είναι προϊόν μονής απόσταξης.

Το τσίπουρο έχει τις περισσότερες φορές 36-45 αλκοολικούς βαθμούς. Πρώτη ύλη για την παραγωγή αποστάγματος είναι τα στέμφυλα, ό,τι απομένει δηλαδή κατά τη διαδικασία παραγωγής κρασιού τους φθινοπωρινούς μήνες, μετά το πάτημα και την εξαγωγή του μούστου. Πρόκειται για τους φλοιούς των σταφυλιών, τα κουκούτσια, και ποσοστό αζύμωτου, σε ζύμωση ή και πλήρως ζυμωμένου μούστου. Τα κουκούτσια αποτελούν το 3-6%, η φλούδα το 6-9% και η σάρκα το 75-85% της μάζας από την οποία θα παραχθεί το τσίπουρο. Μπορούν να χρησιμοποιηθούν τόσο λευκά όσο και κόκκινα σταφύλια.

Το προϊόν που λαμβάνεται από την πρώτη απόσταξη των στέμφυλων καταναλώνεται χωρίς να υποστεί δεύτερη απόσταξη. Το διπλοαποσταγμένο τσίπουρο είναι καθαρότερο και λεπτότερο σε άρωμα και γεύση. Στη δεύτερη απόσταξη είναι δυνατόν να προστεθούν αρωματικές ύλες όπως γλυκάνισο, μάραθος, γαρύφαλλο, μοσχοκάρυδο και μαστίχα κάτι το οποίο συνηθίζεται στη Θεσσαλία και λιγότερο στη Μακεδονία. Στην Ήπειρο και στην Κρήτη το προτιμούν «χωρίς γλυκάνισο». Το τσίπουρο «με γλυκάνισο» ασπρίζει όπως το ούζο, όταν προστεθεί νερό.

Στη σύγχρονη παραγωγή εμφιαλωμένου τσίπουρου ενδέχεται να χρησιμοποιείται αυτούσιος ο καρπός της αμπέλου. Έχουν φτιαχτεί αποστάγματα από Ροδίτη, Μοσχάτο, Ξινόμαυρο, Καμπερνέ Σοβινιόν και Μαλαγουζιά. Η πιο διαδεδομένη ποικιλία είναι το Μοσχάτο Τυρνάβου.

Μέχρι τα τέλη του 20ού αιώνα η παραγωγή τσίπουρου γινόταν σε σπίτια. Η διαδικασία απόσταξης αποτελεί κληρονομιά κάθε οικογένειας που διαδίδεται από γενιά σε γενιά. H πώληση αποσταγμάτων ήταν απαγορευμένη μέχρι το 1988. Λίγοι αμπελουργοί σε συγκεκριμένες περιοχές είχαν δικαίωμα να αποστάζουν και να εμπορεύονται και μοναχά σε τοπικό επίπεδο. Από το 1988 και μετά η νομοθεσία προβλέπει την παραγωγή και διάθεση τσίπουρου σε όλη την Ελλάδα κατόπιν ειδικής άδειας.

Ο πατροπαράδοτος τρόπος σερβιρίσματος τσίπουρου είναι σε δύο μικρά ποτηράκια (σφηνάκια) πριν από το κυρίως πιάτο. Καταναλώνεται συνήθως δροσερό στους 10-15°C για να μη χάνει το άρωμά του.

Τα τελευταία χρόνια το τσίπουρο έχει γίνει πολύ δημοφιλές και είναι διαθέσιμο στην πλειοψηφία των καταστημάτων εστίασης. Τσιπουράδικα υπάρχουν σε πολλές περιοχές της Ελλάδας. Προσφέρουν τσίπουρο συνοδεία μεγάλης ποικιλίας μεζέδων, που ανανεώνονται και εμπλουτίζονται έπειτα κάθε νέα παραγγελία. Διαφέρουν δε ανάλογα με τη γεωγραφική περιοχή.

Στο Άγιο Όρος ακόμα και σήμερα οι μοναχοί υποδέχονται τους προσκυνητές με τσίπουρο και ένα λουκούμι.